Πριν
από 120 χρόνια, ένας από τους πατριάρχες
της Ιταλικής αμπελουργίας και Οινολογίας,
ο Σάντε Τσεττολίνι, στον πρόλογο του
βιβλίου του “Vini
di
Famiglia”
(σε ελεύθερη μετάφραση «τα σπιτικά
κρασιά», τα κρασιά οικογενειακής
παραγωγής») έγραφε τα εξής (οι επισημάνσεις
του γράφοντος):
Έγραψα
αυτό το βιβλίο ως διαμαρτυρία εναντίον
της υπερβολικής εύνοιας
που ο νόμος της 7ης Ιούλ. 1904 και ο
αντίστοιχος κανονισμός για το εμπόριο
και τη λεγόμενη γνησιότητα των κρασιών,
επιφυλάσσει στους
μεγάλους γαιοκτήμονες/αμπελουργούς σε
βάρος των μικρών και της λαϊκής
κατανάλωσης.
Εύνοια,
που στην νομοθεσία των άλλων λαών που
καλλιεργούν το αμπέλι (νομοθεσία που
από άλλες απόψεις είναι πολύ αυστηρότερη
από την δική μας), ή δεν υπάρχει παρα
μόνο μερικώς, ή οι σχετικές παραχωρήσεις
πλαισιώνονται από αντίστοιχες εγγυήσεις
ωστε το τίμιο εμπόριο να μην καταστέλλεται
από την καλή του πίστη και να μην
ζημιώνεται. Δεν
είναι έργο σοφής οικονομίας, ούτε καλώς
εννοούμενης διαχειριστικής πολιτικής
το να παρεμποδίζεται ο οινοπαραγωγός
που θέλει να επωφεληθεί από όλη την
πρώτη ύλη που έχει στη διάθεσή του,
με την χρήση όλων αυτών των απλών και
και υγιειών διαδικασιών που η -, πλέον
σχεδόν εκατονταετής- πρακτική, έχει
καθιερώσει και η επιστήμη εγκρίνει, για
να βελτιώσει και να αυξήσει, εφόσον
χρειαστεί, το προϊόν του. Δεν
είναι αξιέπαινη η νομοθετική πράξη αυτή
που ζημιώνει τους πολλούς προς όφελος
των ολίγων· τα δημόσια οικονομικά προς
χάριν μιας προνομιούχου κάστας· και
την δημόσια υγεία – και ειδικά αυτήν
της εργατικής τάξης, την οποία η έλλειψη
του κρασιού οδηγεί στον αλκοολισμό
– για να δώσει πατημα ν’ανέβουν λίγοι
φιλόδοξοι πολιτικοί που μην βρίσκοντας
άλλο τρόπο για να ξεχωρίσουν απ’το
πλήθος, κάνουν το εαυτό τους υπερασπιστή
κλειστών και εγωιστικών συμφερόντων.
Υπαγορεύοντας
τους κανόνες με τους οποίους ο καλλιεργητής
μπορεί να επωφεληθεί πλήρως από τη
συγκομιδή του, εγώ πιστεύω οτι έκανα
τίμια, καλή, και καίρια δουλειά, έτσι
ώστε να προκύψει κάποια ωφέλεια στον
τόπο στις χρονιές με φτωχές σοδειές
παραγωγής, όπως αυτή η άθλια της τρέχουσας
χρονιάς. Αν τι μη άλλο,
ας ληφθεί, ως εκ τούτου, λογισμός των
προθέσεών μου. Δεν έχω την τύχη να είναι
παραγωγός, είμαι ένας
γέρος τεχνικός της βιομηχανίας
και ένας νηφάλιος καταναλωτής. Η φωνή
μου, όσο και λίγο να αξίζει, μπορεί να
θεωρηθεί ως η φωνή του
ιταλού που δουλεύει και δεν θέλει να
στερηθεί την παρηγοριά που του δίνει
το προϊόν του αμπελιού, αν και πολύ
μέτριας ποιότητας, αρκεί να είναι, απλά
μιλώντας, υγιεινό, ευχάριστο, επωφελές
στην υγεία. Ελπίζω
ότι, σε μία μελλοντική αναθεώρηση
προαναφερθέντος νόμου - τόσο χύμα
κατανοητού και ακόμα χειρότερα
εφαρμοζόμενου - τοΚοινοβούλιο θα λάβει
δεόντως υπόψη, εκτός από τα συμφέροντα
των μεγαλοαμπελοκαλλιεργητών, και τις
απαιτήσεις των λογότερο εχόντων
καταναλωτών, διότι οι
πλούσιοι έχουν πάντα τον τρόπο να
ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις των
συνηθειών τους: αυτό δεν είναι δυνατόν
για όποιον ζει από την δουλειά του και
με τους περιορισμένους πόρους ενός
σφιχτού οικογενειακού ισολογισμού.
Και
αυτή η [κοινωνική] τάξη σχηματίζει
λεγεώνα [στμ ιταλικός ιδιωματισμός που
σημαίνει οτι αποτελείται από μεγάλο
πλήθος και έχει εκκρηκτική δυναμική].
Ήδη,
η ισχύουσα νομοθεσία, όχι μόνο δεν
λαμβάνεται σοβαρά υπόψη από την κυβέρνηση,
αλλά ακόμη και από εκείνους που θα έπρεπε
να την εφαρμόζουν και να καταλογίζουν
τις σχετικές ποινές.
Καθηγητής
Σάντε Τσεττολίνι
Ας
σχολιάσουμε λίγο τι έγραφε ο καθηγητής
πριν από –το επαναλαμβάνω- 120 χρόνια. Η
αξία αυτών που έγραφε τότε για την
ιταλία, είναι πολύ επίκαιρη για το σήμερα
στην ελλάδα. Ο νόμος στον οποίο αναφέρεται,
τόσο σε φορολογικό όσο και σε τεχνικό
επίπεδο, έχει απίστευτες ομοιότητες με
τα σημερινά που έχουν βγάλει τους αγρότες
γενικότερα, αλλά και τους αμπελουργούς
και οινοπαραγωγούς είδικότερα στο
δρόμο.
Πέραν
της κοινότυπης αλλά πάντα επίκαιρης
διαπίστωσης το γέροντα καθηγητή οτι
«κάποιοι» πολιτικοί για να κάνουν
καριέρα προασπίζονται τα συμφέροντα
λίγων και ισχυρών, και νομοθετούν ωστε
ο νόμος να είναι εγγυητής «υπερβολικής
εύνοιας [...]στους μεγάλους
γαιοκτήμονες/αμπελουργούς σε βάρος των
μικρών και της λαϊκής κατανάλωσης»
(και θα ήταν τραγικό φαντάζομαι για τον
συγκεκριμένο, να αντιλήφθηκε προς το
τέλος της ζωής του οτι, όπως έλεγαν τα
κουμμούνια, ο νόμος είναι η βούληση της
άρχουσας τάξης ανηγμένη σε δίκαιο), η
μεγαλύτερη ομοιότητα, είναι σε αυτό που
υποννοείται με τη φράση: «Δεν
είναι έργο σοφής οικονομίας, ούτε καλώς
εννοούμενης διαχειριστικής πολιτικής
το να παρεμποδίζεται ο οινοπαραγωγός
που θέλει να επωφεληθεί από όλη την
πρώτη ύλη που έχει στη διάθεσή του»