Παρασκευή, 13 Αυγούστου 2010

ΡΩΣΙΑ, ΠΥΡΚΑΓΙΕΣ 2010

Ο εφιάλτης με τις πυρκαγιές στη Ρωσία, το πυκνό νέφος στην πόλη της Μόσχας, ήταν μια αφορμή να θυμηθούμε το καλοκαίρι του 2007. ΓΚ


Σκέψεις με αφορμή της πυρκαγιές του καλοκαιριού του 2007


Τα γεγονότα του φετινού καλοκαιριού ήρθαν να ανατρέψουν για άλλη μια φορά τη γνωστή κοινοτοπία πως τον Αύγουστο δεν υπάρχουν ειδήσεις. Οι πυρκαγιές που ξέσπασαν και τα φρικτά αποτελέσματα τους έγιναν το πρώτο –και από κάποιο σημείο και μετά το μοναδικό- θέμα στους τηλεοπτικούς δέκτες, μέσω των οποίων άρχισε ένας βομβαρδισμός με εικόνες καταστροφής, πόνου, απόγνωσης και θανάτου. Τεράστιες εκτάσεις καμένες, δάση μαζί με το ζωικό και φυτικό τους πλούτο αποτεφρωμένα, χωριά και σπίτια ερείπια, καλλιέργειες κατεστραμμένες, άνθρωποι άστεγοι, άνθρωποι απελπισμένοι, άνθρωποι νεκροί… Παράλληλα, στο πυρπολημένο φόντο ξεπρόβαλαν και άλλες ιστορίες: « η δυσλειτουργική κρατική μηχανή», « οι ευθύνες και τα συμφέροντα»,« οι ασύμμετρες απειλές», « η σημασία των δασών για τον άνθρωπο»,« ο ρόλος των ΜΜΕ»,« οι οικολογικές ανησυχίες» πολιτών και πολιτικών, « η οικονομική γενναιοδωρία των φιλάνθρωπων ιδιωτών και των εταιρειών»…


Το κείμενο αυτό δεν επιδιώκει να ασχοληθεί με όλα τα ζητήματα που σχετίζονται με τις πυρκαγιές του καλοκαιριού του 2007. Αριθμητικά δεδομένα, ονόματα και λεπτομέρειες μπορεί ο καθένας να αναζητήσει και να βρει στον αστικό τύπο. Πεποίθηση μας είναι πως το θέμα έχει προεκτάσεις μερικές από τις οποίες θα δούμε να εμφανίζονται σε βάθος χρόνου. Η συγκεκριμένη καταστροφή όμως ανέδειξε ζητήματα πολιτικά, κοινωνικά, περιβαλλοντικά και οικονομικά που βρίσκονται στον πυρήνα της προβληματικής που θέτει η έκδοση της Ευτοπίας. Με πτυχές αυτών των θεμάτων θα επιχειρήσουμε λοιπόν να ασχοληθούμε παρακάτω.



Καπνός χωρίς φωτιά δεν υπάρχει



Ο ερχομός του καλοκαιριού κάθε χρόνο στην Ελλάδα συνοδεύεται από το ξέσπασμα πυρκαγιών στα δάση. Λίγες ή πολλές, μικρές ή μεγάλες όλες ανεξαιρέτως συνοδεύονται από μια ατελέσφορη αναζήτηση αιτίων, η οποία νομοτελειακά σχεδόν καταλήγει σε ένα θολό αποτέλεσμα: τις φωτιές τις βάζουν κάποιοι άγνωστοι εμπρηστές, γενικώς χρηματοδοτούμενοι από κάποια μεγάλα συμφέροντα, συνεπικουρούμενα από την απροσεξία κάποιου καπνιστή ή την απρονοησία ενός κατασκηνωτή του δάσους.

Αυτή τη φορά όμως το γνωστό σενάριο ήταν εμπλουτισμένο με ένα παρασκήνιο άκρως εντυπωσιακό. Μπροστά στο τεράστιο μέγεθος της καταστροφής και στη γενικευμένη αγανάκτηση του κόσμου, μέλη της κυβέρνησης, αναπαράγοντας την τρομολαγνική ρητορεία που έχει εξαπλωθεί τα τελευταία χρόνια στον πλανήτη, άρχισαν να μιλούν γενικά και αόριστα για «ασύμμετρες απειλές», αφήνοντας να εννοηθεί πως η χώρα δέχεται μια τρομοκρατική επίθεση, ανάλογη αυτής που δέχτηκαν οι ΗΠΑ την 11η Σεπτεμβρίου. Αργότερα η εικόνα ολοκληρώθηκε με τη στοχοποίηση του αντιεξουσιαστικού και αναρχικού χώρου, σε μια προσπάθεια να διασκεδαστούν οι αντιδράσεις όσων θεώρησαν υπερβολικές και αβάσιμες τις κυβερνητικές θέσεις.

Είναι προφανές πως οι σπασμωδικές αυτές κυβερνητικές κινήσεις (και χαρακτηρίζονται ως τέτοιες αφενός γιατί δεν τις ασπάστηκαν στο σύνολο τους ούτε όλοι οι υπουργοί αλλά και αφετέρου γιατί και όσοι αρχικά τις υποστήριζαν, άρχισαν σταδιακά να αναδιπλώνονται και να λειαίνουν τις αρχικές τους θέσεις, αφού δεν μπορούσαν να αντέξουν τη βάσανο της απόδειξης και της τεκμηρίωσης) ακολουθούσαν μια παλιά και δοκιμασμένη πρακτική της κυριαρχίας. Στοχεύοντας στο θυμικό ενός μέρους της κοινωνίας που αγγίζει τα τελευταία χρόνια τα όρια της φοβικής και τρομοκρατούμενης υστερίας, θέλησαν να αναδείξουν την εικόνα ενός εσωτερικού εχθρού. Μιας πέμπτης φάλαγγας που δρα εντός της χώρας ενάντια στο κοινωνικό σύνολο εξυπηρετώντας κάποιο σχέδιο ανατροπής (ίσως και με τη συνεργασία κάποιων ξένων δυνάμεων). Ο αντιεξουσιαστικός και αναρχικός χώρος, με τις πράξεις πολιτικού ακτιβισμού που εφαρμόζει και με την πρόδηλη αδυναμία που έχει ένας χώρος και όχι ένα κίνημα, να δώσει ολοκληρωμένες και σαφείς απαντήσεις σε τέτοιες προκλητικές κυβερνητικές δηλώσεις, ήταν το ιδανικό θύμα για μια τέτοια στοχοποίηση.

Παρά τη γελοιοποίηση όμως των σεναρίων περί «ασύμμετρων απειλών», την οποία από ένα σημείο και μετά ανέλαβαν και τα ίδια τα ΜΜΕ, υπάρχει μια μεγάλη δόση αλήθειας γύρω από τις λέξεις «απειλή» και «επίθεση». Το ζητούμενο όμως είναι το ποιος απειλεί και ποιος επιτίθεται σε ποιόν.



Η επέλαση της βαριάς ταξιαρχίας του κεφαλαίου



Την ώρα που χιλιάδες άνθρωποι έμειναν άστεγοι και άνεργοι, γίνεται συνείδηση πλέον πως γίνεται πόλεμος. Η αλήθεια που υποδεικνύει ο αριθμός των νεκρών από τις πυρκαγιές, που μετριέται πλέον σε δεκάδες, είναι πως πρόκειται για πόλεμο ενάντια στην ίδια την ανθρώπινη ζωή.

Εκφάνσεις αυτού του ακήρυκτου πολέμου συναντούμε καθημερινά στο χώρο που ζούμε, αλλά και γενικότερα στο περιβάλλον μας, είτε φυσικό είτε ανθρωπογενές. Πρόκειται για επιθέσεις που πραγματοποιούνται σε κάθε τετραγωνικό εκατοστό που έχει μείνει ελεύθερο μέχρι σήμερα από την άσφαλτο, το τσιμέντο, το εμπόρευμα και τις σχέσεις που αυτά εγκαθιδρύουν. Στην εμπροσθοφυλακή τοποθετούνται νέοι κλειστοί αυτοκινητόδρομοι και οδοί ταχείας κυκλοφορίας, που χαράσσονται στην ύπαιθρο και στο περιαστικό τοπίο, που τρυπούν βουνά, που τεμαχίζουν βιότοπους και οριοθετούν τις νέες διαδρομές των εμπορευμάτων. Υπάρχουν ακόμα οι κάθε είδους εταιρείες, που χτίζουν εργοστάσια μακριά από τις κορεσμένες αστικές περιοχές, που ανοίγουν ορυχεία για να εξορύξουν ορυκτά, που εκμεταλλεύονται γενικά κάθε φυσικό πόρο. Στην επίθεση συμμετέχουν και οι κατασκευαστές που δημιουργούν νέες θέσεις κατοικίας για υπαλλήλους και εργάτες, αλλά και απλοί ιδιώτες που η οικονομική επιφάνεια και οι διασυνδέσεις τους, τους επιτρέπουν να χτίσουν το εξοχικό τους μακριά από την πόλη τους και από τις ρυπαρές βιομηχανίες. Τέλος, μερίδιο στις εχθροπραξίες έχουν και οι χώροι της κατανάλωσης, από τα τεράστια εμπορικά κέντρα, τις ξενοδοχειακές και τουριστικές μονάδες, μέχρι και τα νεοφερμένα θεματικά πάρκα ψυχαγωγίας, γήπεδα γκολφ και μαρίνες ελλιμενισμού.

Πρόκειται ουσιαστικά για μια επέλαση του κεφαλαίου που χρησιμοποιεί ως πολεμική ιαχή εφόδου τη λέξη ανάπτυξη. Παρά τις προσπάθειες που καταβάλλονται με κάθε μέσο ώστε να πειστούν όλοι πως η ανάπτυξη πραγματοποιείται προς όφελος και για την ευημερία όλων, είναι δύσκολο να κρυφτεί η αλήθεια. Αν υπάρχει κάτι το οποίο πραγματικά αναπτύσσεται είναι τα οικονομικά μεγέθη, η κεφαλαιακή συσσώρευση, οι εισροές εσόδων και οι ανιούσες πορείες που ακολουθούν οι δείκτες προόδου στα διαγράμματα των οικονομικών επιτελείων των μεγάλων εταιρειών και τραπεζών. Γίνεται έτσι αντιληπτό πως μιλάμε για πάρα πολύ χρήμα. Πώς όμως αυτό συνδέεται με τις φωτιές, τις καταστροφές και τους νεκρούς του φετινού καλοκαιριού;



Η πυρκαγιές ως προϋπόθεση και ως αποτέλεσμα της ανάπτυξης



Τα σχέδια και οι επιδιώξεις των κατασκευαστών και των εταιρειών συχνά σκοντάφτουν πάνω σε εμπόδια. Η ύπαρξη ενός δάσους είναι πολλές φορές το εμπόδιο για την οικοδόμηση, το σχεδιασμό και την εκμετάλλευση μιας περιοχής. Σε αυτές τις περιπτώσεις, το κάψιμο του δάσους δίνει την ευκαιρία για να μπουν σε εφαρμογή πολλά σχέδια.

Είναι βέβαια αδύνατο να αποδειχθεί αν οι πυρκαγιές ήταν αποτέλεσμα δόλου, ατυχίας ή κακών συγκυριών, αλλά αυτό δεν αναιρεί το γεγονός πως η καταστροφή των δασών ευνοεί την υλοποίηση πολλών επενδύσεων. Έτσι για παράδειγμα η εταιρεία που ελέγχει το καζίνο της Πάρνηθας μπορεί πλέον να αξιοποιήσει με όποιον τρόπο θέλει τα 166 στρέμματα δημόσιας έκτασης στην Πάρνηθα που σκανδαλωδώς της παραχωρήθηκαν δωρεάν μαζί με τις άδειες λειτουργίας και τον εξοπλισμό του καζίνο λίγο πριν τους Ολυμπιακούς αγώνες. Επίσης κατά τον ίδιο τρόπο μπορούμε να καταλάβουμε πόσο πιο φτηνά και πόσο επιτακτικότερα στην υλοποίηση τους γίνονται τα σχέδια για τη δυτική Πελοπόννησο. Η ολοκλήρωση της Ιονίας οδού μπορεί να συνοδευτεί απρόσκοπτα από την αξιοποίηση των γύρω της περιοχών. Αλλά και η παραλιακή δυτική Πελοπόννησος νότια από το Κατάκωλο, στη λίμνη του Καϊάφα, στη Ζαχάρω, μέχρι και στις εκβολές του ποταμού Νέδα, ήταν στο στόχαστρο Ελλήνων και Αμερικάνων επενδυτών για τουριστική εκμετάλλευση. Τώρα πια, ύστερα και από την πρόθεση του κράτους να παραχωρήσει μεγάλες εκτάσεις στην τοπική αυτοδιοίκηση της περιοχής για «αξιοποίηση», ποιος θα έχει αντίρρηση για την μεταμόρφωση της περιοχής σε ένα τεράστιο αποστειρωμένο τουριστικό θέρετρο στα χέρια μεγάλων τουριστικών κολοσσών; Μάλλον κανένας από τη στιγμή που η πραγματικότητα ενός ερειπωμένου και οικονομικά νεκρού σήμερα, φαίνεται να ανταλλάσσεται με την προοπτική ενός σχεδιαζόμενου αύριο με νέες θέσεις εργασίας και ευκαιρίες πλουτισμού.

Εύλογα μπορούμε να αναμένουμε πως σε αυτές ή και σε πολλές άλλες περιπτώσεις, η πίεση για οικοδόμηση, αξιοποίηση και ανάπτυξη, μπορεί να προκαλέσει επιπλέον πίεση εις βάρος του φυσικού περιβάλλοντος, η οποία είναι πολύ πιθανό να εκδηλωθεί και με νέες πυρκαγιές.



Και το κράτος που είναι;



Στη διάρκεια των πυρκαγιών του καλοκαιριού ανάμεσα στις φωνές των κατοίκων των πυρόπληκτων περιοχών ξεχώριζε μια φράση: «Πού είναι το κράτος;» Αν αυτή η ερώτηση φανερώνει κάτι είναι ο βαθμός εμπέδωσης από τους ανθρώπους μιας οδυνηρής πραγματικότητας: η κοινωνία έχει εκχωρήσει αρμοδιότητες της στο κράτος και έτσι στρέφεται προς αυτό όταν υπάρχει ανάγκη.

Υπάρχει μια άποψη που λέει πως το σύγχρονο κράτος εναρμονισμένο με τις επιταγές του φιλελευθερισμού και του καπιταλιστικού εκσυγχρονισμού αδυνατεί να ασκήσει προνοιακό ρόλο και επιπλέον η ελληνική γραφειοκρατία το καθιστά δυσκίνητο και δυσλειτουργικό. Είναι όμως πράγματι έτσι; Το κράτος διεθνώς δείχνει ιδιαίτερο ζήλο στα αστυνομικά, φορολογικά και κατασκευαστικά του καθήκοντα. Η ζέση των κυβερνώντων να θεσπίσουν νέες κατασταλτικές και αντιτρομοκρατικές νομοθεσίες, η θέρμη με την οποία υιοθετείται κάθε νέα τεχνολογική εξέλιξη που επιτρέπει μεγαλύτερο έλεγχο του πληθυσμού, οι σε ετήσια βάση αναπροσαρμογές της φορολογικής νομοθεσίας, οι χαριστικές και φωτογραφικές διατάξεις νόμων, τροπολογιών και η επιλεκτική χρήση κανονισμών και διατάξεων φανερώνουν τον πραγματικό χαρακτήρα της κρατικής μηχανής. Φανερώνουν πως το κράτος είναι αποτελεσματικό, επιτυχημένο και ευκίνητο όταν θέλει να ασκήσει τον πραγματικό του ρόλο και να δείξει το από παλιά γνώριμο πρόσωπο του: χωροφύλακας, φοροεισπράκτορας, εργολάβος.

Η μόνη αλλαγή που έχει γίνει τα τελευταία χρόνια αφορά αποκλειστικά και μόνο την καπιταλιστική ανασυγκρότηση. Στα πλαίσια της γκρεμίζονται οι τελευταίες ψευδαισθήσεις περί κράτους πρόνοιας, καθώς επιλέγεται πλέον να εγκαταλειφθούν οι μη κερδοφόρες δραστηριότητες, όπως επίσης και ο επιχειρηματικός ρόλος του κράτους και να δοθούν οι δραστηριότητες του φιλέτα στο ιδιωτικό κεφάλαιο. Το γεγονός αυτό όμως απλά επιδεινώνει την υπάρχουσα κατάσταση αναδεικνύοντας μια πραγματικότητα που πάλευε τα τελευταία χρόνια να κρυφτεί πίσω από το φιλολαϊκό και ψευδοκοινωνικό προπέτασμα: ένα κράτος μπορεί να αντιμετωπίζει τους ανθρώπους μόνο ως υπηκόους και τίποτα παραπάνω.

Συνεπώς οι όποιες κραυγές ακούστηκαν στην περίπτωση των πυρκαγιών περί «αναποτελεσματικότητας δυσκινησίας και δυσλειτουργίας της κρατικής μηχανής» αποκρύπτουν το γεγονός πως αυτό που στην ουσία μπορούσε και έπρεπε να τεθεί υπό αμφισβήτηση και κριτική είναι όχι η συγκεκριμένη κρατική μηχανή, αλλά το ίδιο το κράτος ως δομή, θεσμός, μηχανισμός και σχέση. Υπό αυτό το πρίσμα και δεδομένου ότι είχαν ήδη προκηρυχθεί οι εκλογές, μπορεί να ερμηνευθεί και ο ψευδοκριτικός λόγος που έγινε καραμέλα στα στόματα των εκπροσώπων των ΜΜΕ και όσων εμφανίζονταν σε αυτά. Όπως εύστοχα είπε και ένας σύντροφος: «Η κοινή ομολογία για το ανύπαρκτο του κράτους (εννοώντας την κυβέρνηση) δίνει το μέγεθος της προσδοκίας αλλά και την πρόθεση μπροστά σε μια εθνική εκλογική διαδικασία να μην θιγεί το πολιτικό σύστημα. Με διαφορετικές διατυπώσεις, οι επίσημες αιτιάσεις από τους συμμετέχοντες μικρούς και μεγάλους στην εθνική εκλογική διαδικασία ήταν η αποφυγή μιας ριζικής κριτικής η οποία θα μπορούσε να αποβεί ασύμμετρη απειλή για το πολιτικό σύστημα».



Ποια κοινωνία;



Αν όμως όλα αυτά ισχύουν για το κράτος και τους μηχανισμούς του, το ερώτημα που γεννάται είναι τι κάνει η κοινωνία. Οι διηγήσεις όσων βρέθηκαν στις περιοχές που κάηκαν είναι σε αρκετές περιπτώσεις διαφωτιστικές. Σε αρκετές περιπτώσεις οι κάτοικοι των χωριών παρέμεναν απαθείς εκλιπαρώντας να έρθει να τους βοηθήσει η πυροσβεστική. Αλλού υπήρξαν άνθρωποι που βλέποντας τις φλόγες από μακριά δεν κινητοποιούνταν ώστε να βοηθήσουν τα διπλανά τους χωριά. Σε άλλες περιπτώσεις υπήρξαν άνθρωποι που διαπληκτίζονταν μεταξύ τους γιατί όλοι ήθελαν το πυροσβεστικό όχημα να έρθει πρώτα στο δικό τους σπίτι, ενώ και αλλού υπήρξαν περιπτώσεις που άλλοι αρνήθηκαν να θυσιάσουν μερικά δέντρα που τους ανήκαν προκειμένου να εμποδιστεί η μετάδοση της φωτιάς.

Όλα αυτά αναδεικνύουν τις κοινωνικές σχέσεις που τείνουν να επικρατήσουν ολοκληρωτικά και τις έχει επιβάλλει η εξουσία και η καπιταλιστική οικονομία στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Οι άνθρωποι έχουν πάψει σταδιακά να αντιλαμβάνονται τους εαυτούς τους ως μέλη της κοινότητας τους. Οι δεσμοί αλληλεγγύης, αλληλοσεβασμού και αλληλοβοήθειας έχουν διαρραγεί ανεπανόρθωτα υπέρ μιας χυδαίας μορφής ατομικιστικού ωφελιμισμού. Ο ανταγωνισμός τείνει να γίνει η κυρίαρχη κοινωνική σχέση είτε πρόκειται για συναδέλφους στο χώρο εργασίας, είτε πρόκειται για συγχωριανούς. Παράλληλα η διαμεσολάβηση γνώρισε την αποθέωση της όταν η παρουσία των ΜΜΕ στις πληγείσες περιοχές τα κατέστησε ντε φάκτο το μέσο που έψαχναν οι κάτοικοι για να εκφραστούν και να απευθυνθούν στο κράτος το οποίο ενώ θεωρούνταν απόν, ήταν και το μόνο στο οποίο όλοι θεωρούσαν φυσιολογικό να απευθυνθούν για τη σωτηρία τους.

Στη διάλυση των κοινωνικών σχέσεων που υπήρχαν από παλιά στις κοινότητες έπαιξε ρόλο η πελατειακή σχέση που έχει γίνει πλέον θεσμός σε όλη τη χώρα. Οι σχέσεις υποτέλειας και εξάρτησης (που ξεκινούν από την έρευση δουλειάς και το βόλεμα σε μια θέση στο δημόσιο και φτάνουν μέχρι την εξυπηρέτηση διαφόρων μικροσυμφερόντων) που περνούν πλέον μέσα από κομματικά γραφεία, έχουν μετατρέψει όλους τους θεσμούς αυτοδιοίκησης σε άπειρα αντίγραφα του κυρίαρχου κρατικού μορφώματος. Η ίδια αυτή πελατειακή σχέση έχει διαβρώσει συνειδήσεις και έχει προωθήσει την απάθεια, την ανάδειξη της διαμεσολάβησης και την προάσπιση του ατομικού συμφέροντος ως υπέρτατη αξία. Ο νόμος Καποδίστρια έδωσε το τελευταίο χτύπημα προωθώντας ένα άκρως δημαρχοκεντρικό σύστημα, πλήρως χρηματοδοτούμενο από το κράτος και στο οποίο οι πρωτεύουσες των δήμων χρηματοδοτήθηκαν συχνά εις βάρος των μικρότερων χωριών που γνωρίζουν την εγκατάλειψη.

Μετά από όλα τα παραπάνω μπορούμε εύκολα να κατανοήσουμε τα όσα έγιναν στην Ηλεία. Για αυτό και προσυπογράφουμε τα όσα έγραψε στο διαδίκτυο, κάποιος σύντροφος που υπήρξε ένας από αυτούς που έτρεξαν να βοηθήσουν. «Ο ατομικισμός και ο ανταγωνισμός έχουν σκίσει τις κοινωνικές συλλογικές σχέσεις, γι’ αυτό απορεί ο 80χρονος παππούς στο χωριό “πρώτη φορά είδα τους ανθρώπους να τρέχουν από ΄δω κι από κει χωρίς έγνοια να σώσουν το χωριό”. Αυτός ο παππούς που ήξερε να βάζει και να σβήνει φωτιές με ζώνες και αναχώματα αλλά και αναφωτιές, ο παππούς αυτός που βίωσε τον κοινοτισμό, ο παππούς αυτός που έζησε στα νιάτα του τον ξυλοδαρμό του φοροεισπράκτορα που ζήταγε υπερβολικούς φόρους, ο παππούς αυτός που και για την αριστερά και για τη δεξιά ήταν και είναι αναχρονισμός.»

Όμως θα ήταν παράλογο να πούμε πως δεν υπήρξαν και περιπτώσεις κατά τις οποίες οι άνθρωποι ενεργοποιήθηκαν. Πραγματικά, το ένστικτο της αυτοσυντήρησης έσπρωξε κάποιες φορές τους κατοίκους κάποιων χωριών στο να κάνουν το αυτονόητο: να ενωθούν και να προσπαθήσουν να αντιμετωπίσουν με όλα τα διαθέσιμα μέσα τις πυρκαγιές. Ήταν οι περιπτώσεις στις οποίες λειτούργησε επίσης ένα είδος ενστίκτου συντήρησης της κοινότητας και έτσι μπροστά στον κίνδυνο της φωτιάς οι κάτοικοι επέλεξαν να μην το βάλουν στα πόδια και άφησαν κατά μέρος τη μοιρολατρική αναμονή του πυροσβεστικού που θα μπορούσε να τους σώσει.



Αντί για πολίτες ιδιώτες



Αν και το κεφάλαιο, το κράτος και η κοινωνία αποτελούν τις βασικότερες συνιστώσες του θέματος που εξετάζουμε, δεν πρέπει να παραλείψουμε και το ρόλο των ιδιωτών. Μπορεί σε γενικές γραμμές να μη γίνεται ιδιαίτερα λόγος για αυτό το ζήτημα, θα ήταν χρήσιμο όμως να αναρωτηθούμε για το βαθμό συναίνεσης ή και συμμετοχής των απλών κατοίκων στα περιβαλλοντικά εγκλήματα.

Τις δεκαετίες μετά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο χιλιάδες άνθρωποι αναγκάστηκαν για πολιτικούς αρχικά και για οικονομικούς αργότερα λόγους, να εγκαταλείψουν τα χωριά τους και να εγκατασταθούν μαζικά στις μεγάλες πόλεις και ιδίως στην Αθήνα. Το τεράστιο αυτό ρεύμα αστυφιλίας συγκροτούμενο από βίαια προλεταριοποιημένους φτωχούς αγροτικούς πληθυσμούς, έφερε και την πίεση για οικοδόμηση. Η ανάγκη αυτή καλύφθηκε εν μέρει από την καταπάτηση ελεύθερων περιοχών και την κατασκευή των λεγόμενων αυθαιρέτων σπιτιών στην τότε περιφέρεια της Αθήνας. Την ίδια στιγμή βέβαια που το κράτος εξωθούσε σε αυτή τη λύση τους νέους του προλετάριους, δε δίσταζε να παραχωρεί άλλες εκτάσεις στο βιομηχανικό κεφάλαιο. Η κοινωνική πίεση που δημιουργήθηκε ανάγκαζε αφενός το κράτος να ανέχεται τις καταπατήσεις των ιδιωτών, αφετέρου εξασφάλιζε τη συναίνεση για τις δικές του καταπατήσεις.

Αυτό το γεγονός καθιέρωσε την καταπάτηση και την καταστροφή του περιβάλλοντος ως αποδεκτή συνθήκη μέχρι και σήμερα. Μπορεί βέβαια σήμερα να μην υπάρχει η ίδια ανάγκη για στέγαση, όμως υπάρχουν τουλάχιστον ένα εκατομμύριο αυθαίρετα μικροϊδιοκτητών, οι οποίοι βλέπουν συχνά τις πυρκαγιές ως αφορμή για την οικοδόμηση εξοχικών κατοικιών ή για τη βελτίωση του επιπέδου ζωής τους μέσω της εγκατάστασης τους σε δασικές περιοχές. Έτσι, το κράτος κάνοντας ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού συνένοχο στην καταστροφή, ταυτίζοντας με έναν έξυπνο τρόπο τον «μικροκαταπατητή» με τον «μεγαλοεπενδυτή» και τον «παραγκάρχη» με το «βιλάρχη» εξασφάλισε και την αδράνεια της κοινωνίας απέναντι στα δικά του οικολογικά εγκλήματα. Πέτυχε και τη συναίνεση σε κάθε επένδυση στο όνομα της ανάπτυξης, η οποία μπορεί να γέμιζε με δηλητηριώδη αέρια τον αέρα και με τοξικά απόβλητα τα ποτάμια και τη θάλασσα, αλλά συγχρόνως προσέφερε και κάποιες θέσεις εργασίας.

Στο ίδιο πλαίσιο μπορούμε να εντάξουμε και τη δράση των οικοδομικών συνεταιρισμών. Η πρόθεση να αναθεωρηθεί το άρθρο 24 του συντάγματος φάνηκε να δικαιώνει τους αγώνες που έχουν καταβάλει εδώ και πολλά χρόνια αυτοί οι συνεταιρισμοί, οι οποίοι έχοντας αγοράσει τεράστιες δασικές εκτάσεις εδώ και καιρό, διεκδικούν πλέον τον αποχαρακτηρισμό τους ώστε να επιτύχουν την οικοδόμηση τους. Είναι προφανές ότι και σε αυτήν την περίπτωση τα συνθήματα «να απελευθερωθεί η ιδιοκτησία» και «να λήξει η ομηρία των πολιτών», που ακούγονται από τα χείλη των πολιτικών, εντάσσονται στην ίδια διαδικασία να μπουν όλοι στο κόλπο ώστε να κλείσουν τα στόματα τους.



Αντί επιλόγου



Η εποχή στην οποία ζούμε δεν φαίνεται να είναι ευνοϊκή για τα ελευθεριακά προτάγματα. Κάθε σημείο του χώρου τείνει να γίνει μέρος ενός συνόλου που ρυθμίζεται από τους νόμους της αγοράς και την επιτήρηση της εξουσίας. Η φύση δαμάζεται, τιθασεύεται, γίνεται εμπόρευμα. Οι πυρκαγιές του φετινού καλοκαιριού στην Ελλάδα ήταν απλά ένα μέσον. Η αλλαγή χρήσης γης στις καμένες περιοχές ακολουθεί απλά την ίδια πορεία που επιφυλάσσεται για κάθε ελεύθερο χώρο που απειλείται. Πρόκειται απλά για το φαινόμενο της αποικιοποίησης, της διαδικασίας δηλαδή ενσωμάτωσης στο καπιταλιστικό σύστημα, όσων περιοχών αποτελούν παραφωνίες ή αναχρονισμούς σύμφωνα με τους νόμους της αγοράς. Συγχρόνως η αποικιοποίηση του τόπου φέρνει και την αποικιοποίηση κάθε ανθρώπινης δραστηριότητας. Όλα αποτιμώνται σε χρήμα, τα (μέχρι σήμερα) δημόσια και κοινωνικά αγαθά, οι βασικότερες ανθρώπινες ανάγκες, κάθε δραστηριότητα, κάθε πτυχή της ύπαρξης μας, ακόμα και ο ίδιος ο γενετικός μας κώδικας, υποβιβάζεται σε εμπόρευμα. Η επέλαση της δικτατορίας του εμπορεύματος και του ολοκληρωτισμού της οικονομίας, καθίσταται εφικτή μόνο υπό την αιγίδα των κρατικών σχηματισμών, οι οποίοι φροντίζουν να βελτιστοποιούν την αποτελεσματικότητα τους μέσα από τη συγκρότηση υπερκρατικών σχηματισμών.

Συγχρόνως όμως όλα αυτά δείχνουν το εύρος του προτάγματος μας. Η ευτοπική ανασυγκρότηση περνάει μέσα από τη σύγκρουση με κάθε υπαρκτή ή διαφαινόμενη δυστοπία. Αν κάθε τόπος και κάθε πτυχή της ύπαρξης μας γίνεται μέρος μιας δυστοπίας, τότε κάθε τόπος και κάθε πτυχή της ζωής μας είναι το πεδίο της σύγκρουσης μας μαζί της. Σε κάθε τόπο αστικό ή υπαίθριο, δημόσιο ή ιδιωτικό, κοινωνικό ή εργασιακό, η κρατική/καπιταλιστική δυστοπία πρέπει να έρχεται σε σύγκρουση με την κοινωνικο/απελευθερωτική ευτοπία. Να εκτρέψουμε τις οδούς του εφικτού, όταν η διαμεσολάβηση και η ετερονομία αναδεικνύονται ως τέτοιες, με όπλο τα προτάγματα της αμεσότητας και της αυτονομίας. Η ανάδειξη της αλληλεγγύης και της αλληλοβοήθειας είναι τα όπλα μας ενάντια στον ατομικισμό και τον ανταγωνισμό.





Φάνης Ευθυμιάδης

http://eutopia.gr/index.htm

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου