Δευτέρα, 6 Δεκεμβρίου 2010

Ο Δεκέµβρης και το µετά

 

Αναδημοσίευση από το http://eutopia.gr/index.htm
Ο Δεκέµβρης και το µετά
Ζήσαµε µια εξέγερση. Μια εξέγερση µε κοινωνικο-ταξικά χαρακτηριστικά και µε έντονα συνυπάρχοντα στοιχεία, από τη γέννησή της ως και τη σταδιακή υποχώρησή της, πράγµατα που λίγο-πολύ χαρακτηρίζουν τους στόχους και τους τρόπους δράσης του αντιεξουσιαστικού-αναρχικού χώρου.
Ο δεκαπεντάχρονος µαθητής Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος πέφτει νεκρός µετά από τον πυροβολισµό του αστυνοµικού Επαµεινώνδα Κορκoνέα. Η φρίκη της δολοφονίας ενός δεκαπεντάχρονου από τη σφαίρα ενός κατασταλτικού οργάνου στους δρόµους των Εξαρχείων επιστρέφει 22 χρόνια µετά τον χαµό του Μιχάλη Καλτεζά. Τότε, η δολοφονία έγινε, σύµφωνα µε τον δολοφόνο Μελίστα, «εν βρασµώ», τώρα η δολοφονία έγινε κυριολεκτικά εν ψυχρώ. Τότε η δολοφονία έγινε στην οδό Στουρνάρη, έξω από το Πολυτεχνείο, «σύµβολο» των συγκρούσεων αναρχικών και νεολαίων µε τις δυνάµεις καταστολής, τώρα έγινε στον πεζόδροµο της οδού Μεσολλογγίου, «σύµβολο» του ανοιχτού χώρου µαζέµατος του αντίστοιχου σηµερινού κόσµου.
Ασφαλώς, δεν είναι οι θεσµικοί εκπρόσωποι του κρατικού µηχανισµού που έδωσαν τη διαταγή στους συγκεκριµένους δολοφόνους να πυροβολήσουν θανάσιµα. Αυτό που συνέβη είναι η ψύχωση, ο κοµπλεξισµός και µία συντηρητική έως και ακροδεξιά αντίληψη, το µίσος για τα «κωλόπαιδα» που κάνουν πορείες και απειλούν τα «πατροπαράδοτα», να οδηγήσουν αυτούς τους δύο µπάτσους να πυροβολήσουν εναντίον µίας οµάδας παιδιών επειδή τους έβρισαν και ίσως τους πέταξαν και ένα-δυο άδεια µπουκάλια ή τενεκεδάκια µπύρας για να «σπάσουν τον τσαµπουκά» στον πεζόδροµο. Τα πολυάριθµα και καθόλου «µεµονωµένα» περιστατικά άγριας βιαιότητας κατασταλτικών οργάνων εναντίον διαδηλωτών, νεολαίων, µεταναστών, αγωνιζόµενων κατοίκων, κλπ εκτρέφουν στους κόλπους της ελληνικής αστυνοµίας όλη αυτή τη σαπίλα, η οποία ενίοτε γίνεται και κυριολεκτικά δολοφονική.
Σάββατο 6 Δεκεµβρίου, ώρα 9 µ.µ., Εξάρχεια. Ο αστυνοµικός-ειδικός φρουρός Επ. Κορκονέας πυροβολεί και σκοτώνει τον µαθητή Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο.
Γύρω από το δεκαπεντάχρονο νεκρό παιδί λιποθυµούν άλλα νεαρά παιδιά από την παρέα του. Υπάρχει µία σύγχυση για το τι έχει συµβεί και πόσοι έχουν πυροβοληθεί. Όλοι οι αυτόπτες µάρτυρες µιλούν για δύο αστυνοµικούς που κινήθηκαν προς τη συγκεκριµένη παρέα, την προκάλεσαν φραστικά και στη συνέχεια ο ένας εξ αυτών πυροβόλησε απευθείας προς εκείνην. Διµοιρία των ΜΑΤ και άλλα όργανα κρατικής καταστολής κλείνουν την οδό Μεσολογγίου και αρχίζουν να εκτοπίζουν τον παρευρισκόµενο κόσµο προς την πλατεία Εξαρχείων. Η στάση των αστυνοµικών, παρόλο το νεκρό ήδη δεκαπεντάχρονο παιδί, είναι απίστευτα προκλητική. Ξεκινούν οι πρώτες συµπλοκές στην πλατεία Εξαρχείων. Στο Πολυτεχνείο αρχίζουν να µαζεύονται αρκετοί αναρχικοί και αντιεξουσιαστές, οι οποίοι και καταλαµβάνουν το χώρο του ιδρύµατος. Στην πρώτη κουβέντα που γίνεται εκεί υπάρχουν συγκεχυµένες απόψεις και εκτιµήσεις που οι περισσότερες –είναι αλήθεια– δεν µπορούσαν να προβλέψουν όλην αυτήν την έκρηξη που ακολούθησε. Οι συγκρούσεις εξαγριωµένων νεολαίων και συντρόφων µε τις δυνάµεις καταστολής είχαν ήδη επεκταθεί σε όλο το µήκος της οδού Στουρνάρη, από το Πολυτεχνείο έως και την πλατεία Εξαρχείων. Την ίδια στιγµή, µία µεγάλη οµάδα (περίπου 150 αντιεξουσιαστών) συγκεντρώθηκε στην περιοχή του Μοναστηρακίου-Ψυρρή και προκάλεσε σοβαρότατες υλικές καταστροφές σε µεγάλα καταστήµατα και τράπεζες της οδού Ερµού και άλλων παραπλήσιων δρόµων, ενώ πραγµατοποιήθηκε και επίθεση στο αστυνοµικό τµήµα Ακροπόλεως που βρίσκεται στην ίδια περιοχή. Παράλληλα, σχηµατιζόταν ήδη µία πορεία στους κεντρικούς δρόµους της Αθήνας από µέλη κυρίως αριστερών οργανώσεων, η οποία µετά από σύγκρουση µε τις δυνάµεις καταστολής καταλήγει στο χώρο της Νοµικής, ο οποίος καταλαµβάνεται. Το κέντρο της Αθήνας είχε ήδη πια καταληφθεί από ανθρώπους οργισµένους µε τη δολοφονία του Αλέξη, οι οποίοι µε κάθε ευκαιρία συγκρούονταν µε τα ΜΑΤ. Το ίδιο βράδυ αναρχικοί που έρχονται από άλλες περιοχές της Αθήνας στο κέντρο, αποφασίζουν να καταλάβουν την ΑΣΟΕΕ.
Αντίστοιχες συγκρούσεις γνώρισαν την ίδια νύχτα και άλλες πόλεις, όπως η Θεσσαλονίκη, η Πάτρα, ο Βόλος και τα Χανιά. Ειδικότερα στη Θεσσαλονίκη, λίγο πριν τα µεσάνυχτα συγκεντρώνονται στο Πολυτεχνείο άνθρωποι που δραστηριοποιούνται στις διάφορες καταλήψεις και πολιτικές οµάδες της πόλης, φοιτητές και ανένταχτοι που ενηµερώθηκαν για το συµβάν και αντέδρασαν άµεσα. Εξαγριωµένοι νεολαίοι εισβάλλουν στα έργα του µετρό επί της οδού Εγνατίας και προµηθεύονται πέτρες, αξίνες, σφυριά και αρχίζουν τις καταστροφές. Ξεκινάει αυθόρµητη πορεία προς την Καµάρα που κατευθύνεται προς το Α.Τ. Λευκού Πύργου, το οποίο και δέχεται επίθεση.
Μέσα στις πρώτες ώρες µετά τη δολοφονία του Αλέξη, το ελληνικό κράτος βρισκόταν αντιµέτωπο µε µία αντιεξουσιαστική εξέγερση σε όσες µεγάλες πόλεις έχουν παρουσία πυρήνες αντιεξουσιαστικής δράσης, ενώ ασφαλώς στην Αθήνα ή στη Θεσσαλονίκη ήδη συµµετείχαν εξ αρχής στα γεγονότα χιλιάδες κόσµου νεολαίων αλλά και τµηµάτων της λεγόµενης άκρας αριστεράς.
Το πρωί της Κυριακής, το Ελληνικό Κοινωνικό Φόρουµ είχε καλέσει συγκέντρωση µπροστά από το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, επί της οδού Πατησίων. Στην πορεία συµµετείχαν πάνω από δεκαπέντε χιλιάδες άνθρωποι (για την ακρίβεια αυτών των αριθµών δεν είµαστε καθόλου σίγουροι) και η κατεύθυνσή της ήταν µέσω της λεωφόρου Αλεξάνδρας προς τη ΓΑΔΑ. Με το ξεκίνηµα της πορείας, ξεκίνησαν οι επιθέσεις του κόσµου σε παρακείµενες τράπεζες, ενώ µε την πρώτη εµφάνιση των ΜΑΤ ξεκίνησε ένας άγριος και γενικευµένος πετροπόλεµος. Την ίδια στιγµή, αντιπροσωπείες αυτοκινήτων, τράπεζες και σουπερµάρκετ επί της Λεωφόρου Αλεξάνδρας παραδόθηκαν στις φλόγες. Η πορεία κατάφερε να φτάσει µέχρι το ύψος του κτιρίου του Αρείου Πάγου, όπου και ανακόπηκε από ισχυρές δυνάµεις καταστολής. Οι συγκρούσεις γενικεύτηκαν και σταδιακά µεταφέρθηκαν γύρω από τους δρόµους των κατειληµµένων πανεπιστηµιακών κτιρίων και των Εξαρχείων, όπου και κράτησαν µέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες. Τη µέρα αυτή, ουσιαστικά στους δρόµους βρέθηκαν κατά βάση όλοι εκείνοι που µε τον έναν ή τον άλλον τρόπο συνδέονται µε τον ευρύτερο αντιεξουσιαστικό-αναρχικό χώρο καθώς και µε τον χώρο της αριστεράς, µε εξαίρεση το ΚΚΕ.
Στη Θεσσαλονίκη οργανώνεται νέα πορεία µε συµµετοχή περίπου 2000 ανθρώπων που καταλήγει και πάλι σε επιθέσεις στα Α.Τ. Λευκού Πύργου και Άνω Πόλης. Την ίδια µέρα αντιεξουσιαστές και φοιτητές καταλαµβάνουν τη Σχολή Θεάτρου στο κέντρο της πόλης (Εγνατία). Από εκείνη τη µέρα θα αποτελέσει ένα από τα κέντρα συνεύρεσης και οργάνωσης δράσεων για τον κόσµο της Θεσσαλονίκης. Γίνεται, επίσης, κατάληψη του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης από αριστερά φοιτητικά σχήµατα και ανεξάρτητους.
Ωστόσο η πραγµατική συνθήκη εξέγερσης ήρθε το πρωί της Δευτέρας από τους µαθητές. Εκείνο το πρωί, αυθόρµητα και εντελώς αυτοοργανωµένα, οι µαθητές σε πάρα πολλές πόλεις και κωµοπόλεις κυριολεκτικά σε όλη την Ελλάδα µαζεύτηκαν στα σχολεία τους και στη συνέχεια διαδήλωσαν προς τα αστυνοµικά τµήµατα ή τα κρατικά κτίρια της περιοχής τους. Ακόµα και παιδιά του δηµοτικού σχολείου φώναζαν το σύνθηµα «µπάτσοι γουρούνια δολοφόνοι». Ο χαρακτήρας όλων αυτών των µαθητικών πορειών ήταν επιθετικός και δεκάδες αστυνοµικά τµήµατα δέχτηκαν επίθεση µε πέτρες και χρώµατα εκείνο το πρωί αλλά και τις επόµενες µέρες. Σε όλη την Ελλάδα, η µαθητική νεολαία έδωσε κι αυτή µία µεγαλειώδη απάντηση στη δολοφονία του δεκαπεντάχρονου Αλέξη. Εκτός από την Αθήνα, επιθετικά κινήθηκαν και µαθητές σε πόλεις όπως η Θεσσαλονίκη, η Κέρκυρα, η Ρόδος, τα Τρίκαλα, η Καρδίτσα, η Λαµία, το Ηράκλειο, τα Χανιά, η Βέροια, η Καστοριά, η Ξάνθη, κ.α.. Από το πρωί εκείνης της Δευτέρας και για αρκετές µέρες, σε πολλές περιπτώσεις και µέχρι τα Χριστούγεννα, εκατοντάδες σχολείων βρίσκονταν υπό κατάληψη.
Το απόγευµα, επήλθε η γενίκευση της βίαιης έκρηξης. Σε πάρα πολλές πόλεις έγιναν πρωτοφανούς µεγέθους συγκεντρώσεις και πορείες, οι οποίες οδήγησαν σε νέες επιθέσεις σε τράπεζες και σε συγκρούσεις µε τις δυνάµεις καταστολής. Η πορεία που έγινε στο κέντρο της Αθήνας ήταν επίσης κάτι το πρωτοφανές. Πάνω από είκοσι χιλιάδες κόσµου βρέθηκε στη συγκέντρωση που καλέστηκε στα Προπύλαια, στις 6 µ.µ. εκείνο το απόγευµα της 8ης Δεκέµβρη. Ο οργισµένος κόσµος, αποτελούµενος από ανθρώπους όλων των ηλικιών και ασφαλώς στην πλειονότητά τους από νέους ανθρώπους, είχε καταλάβει το κέντρο της Αθήνας. Οι αστυνοµικές δυνάµεις, έχοντας το πρωί δεχτεί πλήθος επιθέσεων σε τοπικά αστυνοµικά τµήµατα από µαθητές αλλά και λόγω του τεράστιου όγκου της διαδήλωσης, είχαν ταµπουρωθεί στα αστυνοµικά τµήµατα και ασφαλώς γύρω από τα κυβερνητικά κτίρια (κοινοβούλιο, µέγαρο Μαξίµου, κλπ). Ξεχωριστή συγκέντρωση έκανε στην Οµόνοια το ΚΚΕ.
Στην πορεία αυτή, επικρατούσε ολοκληρωτικά το ανεξέλεγκτο. Οι τράπεζες και τα κρατικά κτίρια παραδίδονταν στις φλόγες µε απίστευτη ταχύτητα, το ίδιο και οι βιτρίνες των καταστηµάτων στους κεντρικούς δρόµους της πόλης. Η ρίψη των πρώτων δακρυγόνων στην Οµόνοια από τις δυνάµεις καταστολής σήµανε και την απαρχή ενός νέου και ίσως του πιο έντονου κύκλου συγκρούσεων των Δεκεµβριανών. Η διάλυση της πορείας από την αστυνοµία ήταν µία πολύ δύσκολη υπόθεση τόσο λόγω του όγκου της όσο και λόγω της βιαιότητας του µεγαλύτερου τµήµατός της. Μία προσπάθεια της αστυνοµίας να το πετύχει στο ύψος της πλατείας Κλαυθµώνος δεν απέδωσε τα αναµενόµενα γι' αυτήν. Η πορεία είχε ήδη φτάσει στην πλατεία Συντάγµατος, όπου τα µεγάλα ξενοδοχείου δέχονταν επίθεση, ενώ λίγα λεπτά αργότερα το µεγάλο χριστουγεννιάτικο δέντρο του Δήµου Αθηναίων, από στολισµένο σύµβολο της χριστουγεννιάτικης εµπορικής φιέστας θα µετατρεπόταν –φλεγόµενο πια- σε διεθνώς γνωστό σύµβολο της ελλαδικής εξέγερσης.
Το µπλοκ του ΣΥΡΙΖΑ, που ήταν επικεφαλής της πορείας, προσπαθώντας να αποκλιµακώσει την κατάσταση, πορεύτηκε προς την οδό Φιλελλήνων, αποµακρύνοντας έτσι το σώµα της πορείας από τη Βουλή. Στη συµβολή µάλιστα της Φιλελλήνων µε τη λεωφόρο Αµαλίας, δεν έστριψε αριστερά προς τη Βουλή και το Σύνταγµα, αλλά δεξιά προς τους στύλους του Ολυµπίου Διός, αποµακρυνόµενο πλέον το συντοµότερο από τον τόπο των συγκρούσεων. Η αστυνοµία το µόνο που µπορούσε να κάνει ήταν όχι να διαλύσει αλλά να κατακερµατίσει την πορεία σε µικρότερα κοµµάτια προκειµένου στη συνέχεια να τα διαλύσει. Το αποτέλεσµα ήταν µεγάλα κοµµάτια της πορείας να σκορπιστούν σε όλο το ευρύτερο κέντρο της Αθήνας, να εξαπλωθούν οι οδοµαχίες και να αυξηθούν οι καταστροφές τραπεζών, κρατικών κτιρίων και καταστηµάτων κυρίως αλυσίδων. Στα στενά γύρω από του Μακρυγιάννη και προς τη λεωφόρο Συγγρού στήθηκαν οδοφράγµατα. Η Αθήνα αλλά και όλη η Ελλάδα εκείνο το βράδυ έζησε τα νέα Δεκεµβριανά. Πιο συγκεκριµένα, στη Θεσσαλονίκη, από τις 8 του Δεκέµβρη, γίνονται διάφορες καταλήψεις σε σχολές του ΑΠΘ και του ΠαΜακ, καθώς και σε αµέτρητα σχολεία. Το ίδιο γίνεται και µε διάφορους ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθµούς.
Την Τρίτη 9 Δεκεµβρίου, έγινε στο νεκροταφείο του Παλαιού Φαλήρου η κηδεία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου. Στην κηδεία, συγκεντρώθηκαν πάνω από χίλιοι πεντακόσιοι άνθρωποι, ως επί το πλείστον µαθητές. Οι δυνάµεις καταστολής ήρθαν σε ορατή απόσταση µε τους συγκεντρωθέντες και αυτό προκάλεσε την απαρχή νέων συγκρούσεων σε δρόµους της Νέας Σµύρνης και του Παλαιού Φαλήρου. Πριν από την κηδεία, αστυνοµικοί είχαν περάσει από όλα τα µαγαζιά των περιοχών της Νέας Σµύρνης και του Αγίου Δηµητρίου και είπανε στους καταστηµατάρχες να κλείσουν τα µαγαζιά τους γιατί από εκεί θα περάσουν οι διαδηλωτές µετά την κηδεία και κινδυνεύουν από εκείνους. Η αστυνοµία, σε συνδυασµό µε τα τηλεοπτικά µέσα, προσπάθησε εξαρχής µε διάφορους τρόπους να «ξυπνήσει» τα µικροαστικά και φοβικά αντανακλαστικά των µικροµεσαίων στρωµάτων, προκειµένου εκείνα να στραφούν κατά του εξεγερµένου τµήµατος της κοινωνίας. Στην περίπτωση µάλιστα της Πάτρας και της Λάρισας, «αγανακτισµένοι» καταστηµατάρχες µε τη σύµπραξη ακροδεξιών έκαναν πογκρόµ στους δρόµους των πόλεων χτυπώντας νεολαίους και ξένους. Σπουδαία κίνηση ήταν, το µεσηµέρι εκείνης της µέρας, η είσοδος µέσα στο κτίριο της ελληνικής τηλεόρασης µίας οµάδας ανθρώπων, οι οποίοι κατόρθωσαν να διακόψουν την κανονική ροή των µεσηµεριανών ειδήσεων που εκείνη την ώρα µετέδιδε οµιλία του πρωθυπουργού και κατάφεραν να αναρτήσουν µέσα στο στούντιο πανό σχετικά µε την εξέγερση και την αλληλεγγύη στους συλληφθέντες των ηµερών εκείνων. Αυτή η ενέργεια ανέδειξε συµβολικά –αλλά και πραγµατικά- ότι όταν ο κόσµος το επιθυµεί, τίποτε δεν µπορεί να µείνει απρόσβλητο.
Η Τετάρτη 10 Δεκεµβρίου ήταν µία ιδιαίτερα σηµαντική µέρα για την πορεία της εξέγερσης. Αρκετές µέρες πριν συµβεί το δολοφονικό συµβάν στα Εξάρχεια, η ΓΣΕΕ και η ΑΔΕΔΥ είχαν εξαγγείλει για τη συγκεκριµένη µέρα γενική απεργία και συγκέντρωση στην πλατεία Συντάγµατος. Κάτω από τον φόβο της γενίκευσης νέων συγκρούσεων, ο ΣΥΡΙΖΑ διέσχισε µε χαρακτηριστικά γελοία ταχύτητα το διάστηµα µεταξύ του τόπου προσυγκέντρωσης (πλατεία Κλαυθµώνος) και συγκέντρωσης (πλατεία Συντάγµατος), ενώ, κατόπιν µίας πολύ σύντοµης οµιλίας του προέδρου της ΓΣΕΕ Παναγόπουλου, οι λιγοστοί καθεστωτικοί συνδικαλιστές και τα µπλοκ των αριστερών κοµµάτων και οργανώσεων αποχώρησαν. Μπροστά στην πλατεία Συντάγµατος έµειναν για πολύ ώρα εκατοντάδες µαθητών αντιµέτωπες µε ισχυρές αστυνοµικές δυνάµεις. Πίσω µάλιστα από τις πράσινες και µπλε στολές των κατασταλτικών οργάνων βρίσκονταν πλέον και οι µαύρες των ΕΚΑΜ. Ασφαλώς, και αυτή η συγκέντρωση διαλύθηκε µετά από ένταση µε τις δυνάµεις καταστολής. Σε ένα άλλο σηµείο της πόλης, στα Δικαστήρια της Σχολής Ευελπίδων, µία οµάδα περίπου 150 αντιεξουσιαστών επιτέθηκε στις αστυνοµικές δυνάµεις που βρίσκονταν εκεί. Εκείνη τη στιγµή, στο χώρο των δικαστηρίων βρισκόταν ο δολοφόνος του παιδιού Επ. Κορκονέας.
Τα έως τότε σηµεία αναφοράς της εξέγερσης είχανε ήδη αποκρυσταλλωθεί και ήταν οι τρεις κατειληµµένοι χώροι του Πολυτεχνείου, της ΑΣΟΕΕ και της Νοµικής. Στο Πολυτεχνείο βρίσκονταν ορισµένες οµάδες αναρχικών και αρκετοί άλλοι πολιτικοποιηµένοι ή µη, εκτός πολιτικών συλλογικοτήτων εξεγερµένοι, η κατάληψη της ΑΣΟΕΕ ήταν το σηµείο αναφοράς του µεγαλύτερου τµήµατος του σηµερινού αντιεξουσιαστικού-αναρχικού χώρου, ενώ στη Νοµική βρίσκονταν οι οργανώσεις της προ-ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και της νυν εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς και µαζί τους η οργάνωση της Αντιεξουστικής Κίνησης. Στη Θεσσαλονίκη, βασικό σηµείο αναφοράς στάθηκε η κατάληψη της σχολής Θεάτρου. Ταυτόχρονα οι πορείες συνεχίζονταν σε τακτική βάση µε τη ίδια µαζικότητα αλλά αυτό που αρχίζει και αλλάζει είναι η στάση των ΜΜΕ και της αστυνοµίας, η οποία και αρχίζει να χρησιµοποιεί για συλλήψεις οµάδες ασφαλιτών.
Από την Τετάρτη το βράδυ, θα µπορούσε κάποιος να πει πως η συνέχιση της εξέγερσης άρχιζε να καθορίζεται εν µέρει περισσότερο από τις οργανωµένες πολιτικές δυνάµεις, αφού το στοιχείο της ανεξέλεγκτης και διάχυτης στους δρόµους σύγκρουσης άρχιζε να περιορίζεται αλλά ασφαλώς όχι να χάνεται. Όσοι επρόκειτο να συγκρουστούν, το έπραξαν. Από τη στιγµή που πέρα από τη µαθητική-φοιτητική νεολαία και ένα µεγάλο τµήµα νέων εργαζόµενων δεν έγινε εφικτό η εξέγερση να εισχωρήσει µέσα στους εργασιακούς χώρους ως κάτι παραπάνω από κύριο αντικείµενο συζήτησης µεταξύ των συναδέλφων, έπρεπε να βρεθεί ο τρόπος να ανοίξει ακόµα περισσότερο την κοινωνική της αναφορά, δίχως ασφαλώς να χαθεί το βασικό της χαρακτηριστικό γνώρισµα, η επιθετική στάση και δράση στους κυρίαρχους κρατικούς και καπιταλιστικούς θεσµούς και µηχανισµούς.
Αυτήν τη νέα διάσταση στη δράση των εξεγερµένων έδωσε η κατάληψη του δηµαρχείου Αγίου Δηµητρίου, το πρωί της Πέµπτης 11 Δεκεµβρίου από 40 περίπου συντρόφους από τις περιοχές της νότιας Αθήνας, στην οποία θα αναφερθούµε πιο κάτω αναλυτικότερα. Την ίδια µέρα, σηµειώθηκαν τουλάχιστον δέκα επιθέσεις σε αστυνοµικά τµήµατα µε πέτρες ως κατάληξη µαθητικών πορειών σε διάφορες περιοχές της Αθήνας. Το απόγευµα, στο κέντρο έγινε νέα συγκέντρωση και πορεία, ενώ οι καταλήψεις των τριών πανεπιστηµιακών χώρων συνέχιζαν να αποτελούν σηµεία αναφοράς και οι γύρω δρόµοι τους πεδία συµπλοκών µεταξύ εξεγερµένων και κατασταλτικών δυνάµεων. Το σύνθηµα που προωθείται από τις καταλήψεις της ΑΣΟΕΕ και του απελευθερωµένου δηµαρχείου Αγίου Δηµητρίου είναι «όλοι στους δρόµους!».
Η κατάληψη στο δηµαρχείο Αγίου Δηµητρίου άνοιξε ένα νέο κύκλο καταλήψεων, όχι σε πανεπιστηµικούς χώρους, αλλά σε δηµοτικά κτίρια σε διάφορες περιοχές της Αθήνας, όπως στο Χαλάνδρι, στη Νέα Σµύρνη, στο Περιστέρι, κ.α. Παράλληλα, ξεκίνησαν να γίνονται αρκετές πορείες και συνελεύσεις όχι µόνο στις παραπάνω αλλά και σε άλλες περιοχές της Αθήνας (Βύρωνας, Καισαριανή, Ζωγράφου, Ν. Φιλαδέλφεια, κλπ). Ο κύκλος αυτός άνοιξε και στη Θεσσαλονίκη. Στις 15 Δεκεµβρίου καταλαµβάνεται το Δηµαρχείο Συκεών και το ίδιο βράδυ καλείται λαϊκή συνέλευση µεσα στην αίθουσα που συνεδριάζει το Δηµοτικό Συµβούλιο µε τη συµµετοχή άνω των διακοσίων ανθρώπων, κατοίκων και µη του Δήµου. Στις 17 Δεκεµβρίου γίνεται η πρώτη συνέλευση κατοίκων Ανω Πόλης στη Δηµοτική Βιβλιοθήκη Άνω Πόλης (πρώην κατάληψη Βίλα Βαρβάρα), µε τη συµµετοχή περίπου 150 ατόµων. Και οι δύο συνελεύσεις συνεχίζουν τη δράση τους ως σήµερα µε αρκετά όµως µικρότερο αριθµό συµµετεχόντων.
Σε αυτό το σηµείο αρχίζει να διαφαίνεται µε παρέµβαση σε καλλιτεχνικές παραστάσεις αλλά και αλλού µία ακόµα συνιστώσα της εξέγερσης, εκείνη µίας οµάδας ανθρώπων από τον καλλιτεχνικό χώρο και µε αντιεξουσιαστικό χρώµα στα πανό που αναρτούν.
Οι καταλήψεις δηµοτικών κτιρίων και εκείνες των τριών πανεπιστηµιακών χώρων συνεχίστηκαν και τις επόµενες µέρες. Στη Θεσσαλονίκη στις 20 Δεκεµβρίου καταλαµβάνεται το Ολύµπιον (Πλατεία Αριστοτέλους, σε ένα από τα πιο κεντρικά σηµεία της πόλης) και γίνονται ανοιχτές προβολές πολιτικών ντοκιµαντέρ και ταινιών κατά τη διάρκεια της ηµέρας. Το βράδυ καλείται ανοιχτή συνέλευση, η οποία θα µπορούσαµε να πούµε ότι ήταν και από τις µεγαλύτερες που έγιναν µέσα στο Δεκέµβρη στη Θεσσαλονίκη. Σηµαντικό να αναφερθεί ότι κατά τη διάρκεια της ηµέρας µοιραζόταν το πρώτο για εκείνη τη χρονική στιγµή έντυπο αντιπληροφόρησης και µε µια προσπάθεια καταγραφής των γεγονότων όπως είχαν µέχρι τότε, ο Κουκουλοφόρος.
Μία νέα διάσταση του αγώνα δόθηκε στην Αθήνα το πρωί της Τετάρτης 17 Δεκέµβρη µε την κατάληψη του κτιρίου της ΓΣΕΕ. Το προηγούµενο βράδυ είχε συσταθεί συνέλευση εργαζοµένων που συµµετείχαν στην εξέγερση, η οποία θέλοντας να διαλύσει το µύθο που πλασαριζόταν από τις κρατικές αρχές και τα ΜΜΕ περί του αποκλειστικά νεανικού-µαθητικού χαρακτήρα της εξέγερσης και αποχής των εργαζοµένων από αυτή και σε µια συνειδητή προσπάθεια τόσο έµπρακτης κριτικής της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας, όσο και διεύρυνσης του αγώνα, αποφασίζει να ονοµαστεί Γενική Συνέλευση Εξεγερµένων Εργατών και να καταλάβει το κτίριο του ανώτατου συνδικαλιστικού οργάνου της χώρας. Την ίδια µέρα, συµπλοκές µε δυνάµεις καταστολής έγιναν µετά από πορεία στην Καισαριανή, ενώ πλήθος συγκεντρώσεων έγινε και σε πολλά άλλα σηµεία της Αθήνας.
Από την κατάληψη της ΓΣΕΕ, πέρασαν πολλοί εργαζόµενοι. Ανάµεσα σ' αυτούς, πέρασε και η συνδικαλίστρια καθαρίστρια Κωνσταντίνα Κούνεβα. Λίγες µέρες µετά, στις 23 Δεκέµβρη, η Κωνσταντίνα Κούνεβα δέχτηκε επίθεση µε βιτριόλι από µπράβους, την ώρα που επέστρεφε σπίτι της από τη δουλειά της. Έκτοτε, νοσηλεύεται στο νοσοκοµείο του Ευαγγελισµού έχοντας πάθει σοβαρές και ανεπανόρθωτες βλάβες στο πρόσωπο και σε εσωτερικά όργανα. Τέσσερις µέρες µετά την επίθεση, πραγµατοποιείται συγκέντρωση αλληλεγγύης έξω από το νοσοκοµείο και δηµιουργείται η Συνέλευση Αλληλεγγύης στην Κωνστ. Κούνεβα, η οποία και πραγµατοποιεί άµεσα κατάληψη στα κεντρικά γραφεία του ΗΣΑΠ στην Οµόνοια. Η κατάληψη της ΓΣΕΕ και η δολοφονική επίθεση κατά της Κ. Κούνεβα οδήγησαν, µέσα στις επόµενες µέρες, στην κατάληψη των εργατικών κέντρων της Θεσσαλονίκης, του Βόλου, των Ιωαννίνων, του Ηρακλείου και της Ξάνθης από οµάδες αλληλέγγυες τόσο στις δεκάδες των συλληφθέντων της εξέγερσης όσο και στην Κ. Κούνεβα.
Από εκείνες τις πρώτες µέρες της φετινής χρονιάς και µέχρι σήµερα, υπάρχει µία συνεχής δραστηριοποίηση αυτοοργανωµένων τοπικών κινήσεων οι οποίες διαµορφώνουν τον λόγο και τη µορφή δράσης τους µέσα από αµεσοδηµοκρατικές διαδικασίες και ανοιχτές, λαϊκές συνελεύεσεις, ενώ έχουν ανοίξει πολλά νέα και σηµαντικά µέτωπα αγώνα. Παράλληλα, κινήσεις όπως η Συνέλευση Αλληλεγγύης στην Κ.Κούνεβα έχουν συµβάλει ιδιαίτερα στην ανάδειξη µίας αυτοοργανωµένης ταξικής δράσης, αποτελώντας µάλιστα και µία σηµαντική παράµετρο ανάδειξης αυτής της δολοφονικής απόπειρας. Η κοινωνική και ταξική αλληλεγγύη, από τη µία πλευρά, και η προάσπιση δηµόσιων χώρων, από την άλλη, αποτελούν τις βασικές κατευθύνσεις δραστηριοποίησης όλων αυτών των νεοδιαµορφούµενων κοινοτήτων ταξικού-τοπικού αγώνα.
Η διεθνής αλληλεγγύη
Η εξέγερση του Δεκέµβρη προκάλεσε ένα κύµα διαµαρτυριών σε τέσσερις ηπείρους, δεκάδες χώρες και εκατοντάδες πόλεις που αξίζει να τις αναφέρουµε. Στην Γερµανία, σε Ντύσελντοφ, Βερολίνο, Βόννη, Αµβούργο, Κολωνία και Φρανκφούρτη. Στην Αγγλία, στο Λονδίνο, στο Μπρίστολ, στο Λιντς και το Μπέρµιγχαµ. Στην Ιταλία, στη Βενετία, στο Τορίνο, στο Μιλάνο, στην Πίζα, στην Περούτζια και στην Φλωρεντία. Στην Τουρκία, στην Σµύρνη και στην Κωνσταντινούπολη. Στην Γαλλία, στο Παρίσι, στην Τουλούζη, στη Λυών, στο Μπορντό, στη Γκρενόµπλ. Στην Σκωτία, στο Εδιµβούργο και στην Ιρλανδία στο Δουβλίνο. Στην Ισπανία σε Βαρκελώνη, Μαδρίτη, Γρανάδα, Τολέδο, Βιτόρια, Σεβίλλη και άλλες. Στην Ελβετία, στην Ζυρίχη και την Γενεύη. Στην Ολλανδία σε Άµστερνταµ και Χάγη. Στις Η.Π.Α. στην Νέα Υόρκη, στο Πίτσµπουργκ, στο Σαν Φραντσίσκο, στην Βοστόνη και σε άλλες. Επίσης στις εξής χώρες: Πολωνία, Βουλγαρία, Δηµοκρατία της Μακεδονίας, Βοσνία-Ερζεγοβίνη, Κροατία, Ρουµανία, Σλοβενία, Κύπρο, Αίγυπτο, Ν. Κορέα, Πορτογαλία, Ρωσία, Φιλανδία, Σουηδία, Βέλγιο, Αυστραλία, Δανία, Βραζιλία, Αργεντινή, Ουρουγουάη, Καναδά, Λουξεµβούργο, Αρµενία, Ουκρανία, Λευκορωσία, Ρωσία, Νέα Ζηλανδία, Αυστρία και πιθανόν σε πολλές άλλες που µας διαφεύγουν. Φυσικά για το τέλος κρατήσαµε το Μεξικό. Εκτός από τις εκδηλώσεις συµπαράστασης, ο υποδιοικητής Μάρκος των Ζαπατίστας στο πλαίσιο του 1ου Παγκόσµιου Φεστιβάλ της Αξιοπρεπούς Οργής ξεκίνησε µε το εξής µήνυµα που το εκφώνησε στα ελληνικά:
«Συντρόφισσα, σύντροφε, εξεγερµένη Ελλάδα. Εµείς, οι πιο µικροί, απ’ αυτήν τη γωνιά του κόσµου σε χαιρετάµε. Δέξου το σεβασµό µας και το θαυµασµό µας γι’ αυτό που σκέφτεσαι και κάνεις. Από µακριά µαθαίνουµε από σένα. Ευχαριστούµε.»
Αυτό, είναι ένα µήνυµα, ανάµεσα σε τόσα άλλα, που απευθύνονταν στην εξεγερµένη Ελλάδα. Ήταν ένα µήνυµα συµπαράστασης και σεβασµού για τον αγώνα που λάµβανε χώρα στην Ελλάδα. Η διεθνής συµπαράσταση και αλληλεγγύη όµως δεν περιορίστηκε στα λεκτικά µηνύµατα. Είχε το χαρακτήρα πολύµορφης δράσης, ανάλογα µε τις ανάγκες και τις δυνατότητες των συντρόφων και των πολιτών της κάθε περιοχής. Αυτή η πρωτοφανής για τα δεδοµένα της εποχής εκδήλωση αλληλεγγύης, περιλάµβανε από ειρηνικές διαδηλώσεις και πικετοφορίες µέχρι βίαιες συγκρούσεις µε την αστυνοµία, καταλήψεις κτιρίων και ελληνικών πρεσβειών, ακόµα και βοµβιστικές επιθέσεις, συχνά µε συνέπεια µεγάλο αριθµό συλλήψεων. Οι εξεγερµένοι ανά τον κόσµο έδειξαν ότι µπορούν να υπολογίσουν τις δυνάµεις τους, να δείχνουν έµπρακτα την αλληλεγγύη τους και να οδηγούν τις καταστάσεις στα άκρα όταν το επιτρέπει η δυναµική τους, δείχνοντας τον δρόµο για το µέλλον.
Τα µέσα µαζικής ενηµέρωσης του εξωτερικού έδειξαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το διεθνές κύµα αλληλεγγύης. Απεναντίας, τα ελληνικά ΜΜΕ, τιµώντας τα λεφτά που παίρνουν από το ιδιωτικό και κρατικό κεφάλαιο, ελάχιστα προέβαλαν τη διεθνή συµπαράσταση, προκειµένου να µη δώσουν έκταση σε ένα παγκόσµιο πλέον φαινόµενο. Προσπαθούσαν µε κάθε τρόπο να υποβαθµίζουν τις ελάχιστες εκδηλώσεις συµπαράστασης που παρουσίαζαν, αµφισβητώντας τις δύο κύριες συνιστώσες του ενδιαφέροντος του διεθνούς τύπου: τη δυνατότητα διεθνούς αλληλεγγύης και κυρίως την αφορµή για µια παγκόσµια εξέγερση µε αφετηρία τη διαµαρτυρία απέναντι στην καταστολή, την περιστολή των εργασιακών δικαιωµάτων, τον καπιταλισµό και τον κρατισµό.
Οι δεκάδες χιλιάδες αλληλέγγυοι στους εξεγερµένους της Ελλάδας, εξεγέρθηκαν και για τα δικά τους προβλήµατα. Δεν ήταν προφανώς αφορµή η επερχόµενη οικονοµική κρίση αλλά αιτία της εξέγερσής τους υπήρξε το ίδιο το διεθνοποιηµένο οικονοµικοπολιτικό σύστηµα. Δεν ήταν µια νεολαιίστικη εξέγερση µε ηµεροµηνία λήξης και συγκεκριµένα τοπικά αιτήµατα. Ήταν ένα δείγµα µιας παγκόσµιας επαναστατικής δυναµικής. Απέναντι στην παγκοσµιοποιηµένη βία και τροµοκρατία του κεφαλαίου, οι εξεγερµένοι όλου του κόσµου έδειξαν ότι µπορούν να προτάξουν µία νέα ηθική, µε λόγια και µε πράξεις. Το µήνυµα αυτό φαίνεται να εισέπραξαν αρκετοί από τους κυρίαρχους του πλανήτη, όπως φάνηκε σε αρκετά δηµοσιεύµατα στον τύπο αλλά και από τα λόγια του Γάλλου υπουργού εξωτερικών, ο οποίος δήλωνε την ανησυχία του µπροστά στην εξέλιξη των συγκρούσεων στην Ελλάδα. Πίσω από αυτές τις δηλώσεις µπορούµε να ανιχνεύσουµε µια σπάνια και πρωτόφαντη εκδήλωση φόβου των αφεντικών του πλανήτη για τις δυνατότητες που υπάρχουν να µεταδοθεί η φλόγα της εξέγερσης, µε τη γενίκευση αυτής της κοινωνικής έκρηξης σε παγκόσµιο επίπεδο. Χαρακτηριστικότερο παράδειγµα αυτού του φόβου ήταν η απόσυρση από το γαλλικό υπουργείο παιδείας του σχεδίου για τη µεταρρύθµιση της δευτεροβάθµιας εκπαίδευσης, µπροστά στην ανάδυση ενός κινήµατος των νεολαίων και µαθητών που επικροτούσαν την εξέγερση στις ελληνικές πόλεις. Όσοι µιλούσαν για το τέλος της ιστορίας, των ιδεολογιών και της ευτοπίας, θα πρέπει να το ξανασκεφτούν.
Το υποκείµενο της εξέγερσης του Δεκέµβρη
Ο εκτεινόµενος πλέον σε αρκετές πόλεις της Ελλάδας αναρχικός-ελευθεριακός χώρος, οι οργανώσεις και κοµµατικές συνιστώσες της αριστεράς-άκρας αριστεράς, καθώς και ένα τµήµα της νεολαίας που συχνάζει στην περιοχή των Εξαρχείων στάθηκαν οι πρώτες κοινωνικές οµάδες που έκαναν τους δρόµους της Αθήνας να φλέγονται. Αντίστοιχα µερίσµατά τους ενήργησαν µε τον ίδιο τροόπο από την πρώτη στιγµή της είδησης του θανάτου του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου και σε αρκετές άλλες πόλεις, όπως η Θεσσαλονίκη, ο Βόλος, τα Χανιά, το Ηράκλειο, η Πάτρα, η Μυτιλήνη, κλπ. Το µεγάλο παρόν όλου αυτού του κόσµου, συνεπικουρούµενου από µία ιδιαίτερα διευρυµένη εκδοχή του εκάστοτε περίγυρού του, δόθηκε το πρωί της Κυριακής 7 Δεκέµβρη.
Εκείνοι ασφαλώς που αρχικά µετέτρεψαν τα γεγονότα του Δεκέµβρη από εκτεταµένες συγκρούσεις στους δρόµους των µεγάλων πόλεων στο πρωίµιο µιας εξέγερσης ήταν οι µαθητές. Ο µαθητικός κόσµος, από το πρωί της Δευτέρας 8 Δεκέβρη και ουσιαστικά µέχρι και τις µέρες των Χριστουγέννων, βρέθηκε σε µία πρωτοφανή δραστηριοποίηση. Το πρωτοφανές στοιχείο δεν ήταν το εύρος των καταλήψεων σε σχολεία αλλά το απίστευτο συνταίριασµα αυθορµητισµού και αυτοοργάνωσης, το οποίο δεν οδήγησε µόνο στις καταλήψεις αλλά και σε πλήθος πορειών καθώς και επιθέσεων σε αστυνοµικά τµήµατα και τράπεζες. Στον τρόπο δράσης των µαθητών δεν υπήρξε κανένας οργανωµένος µηχανισµός που να τον ορίσει ή να τον καθοδηγήσει, πόσο δε µάλλον σε τέτοιες στιγµές, κανένας κοµµατικός µηχανισµός που να µπορεί να ελέγξει αυτό το αυθόρµητο ξέσπασµα. Το γεγονός πως οι µαθητές κινήθηκαν αυτοτελώς σε πλαίσια που επίσης ορίζουν µέρος ή το σύνολο των δρώντων στο αναρχικό-ελευθεριακό χώρο (αυτοοργανωµένες πορείες, επιθετική στάση σε αστυνοµικά τµήµατα, τράπεζες, κρατικά κτίρια και κόµµατα) ανησύχησε ιδιαίτερα τους κρατούντες και διέψευσε περίτρανα όλους εκείνους τους υποκριτές της δεξιάς, του κεντρώου χώρου και της σταλινικής αριστεράς, που µιλούσαν για ορισµένες µεµονωµένες οµάδες «κουκουλοφόρων». Οι µαθητές έκαναν αυτό που έπρεπε να κάνουν για τη δολοφονία ενός συνοµήλικού τους. Σ' αυτό το σηµείο ας συµπληρωθεί ότι ένα πολύ µεγάλο µέρος της ελληνικής κοινωνίας βίωσε το γεγονός της εν ψυχρώ δολοφονίας του δεκαπεντάχρονου Αλ.Γρηγορόπουλου σαν κάτι που θα µπορούσε να συµβεί στον καθένα, πράγµα που δυστυχώς ισχύει και δεν ήταν µία γενικευµένη ψευδαίσθηση των ηµερών. Γι' αυτόν τον λόγο, παιδιά και γονείς, δηλαδή άνθρωποι εργαζόµενοι, βγήκαν στους δρόµους, διαδήλωσαν, έδειξαν µε κάθε τρόπο, όπως ο καθένας αισθανόταν, αλληλεγγύη στην εξέγερση ή έστω τη συµφωνία του µε όλην αυτήν της έκρηξη διαµαρτυρίας και οργής.
Οι πορείες του απογεύµατος της Δευτέρας, όχι µόνο στην Αθήνα αλλά κυριολεκτικά σε όλη την Ελλάδα, µετεξέλιξαν εκείνο το πρωινό µαθητικό προοίµιο σε µία κατάσταση γενικευµένης και ανεξέλεγκτης οργής, που πλέον περιείχε βασικά στοιχεία µίας κοινωνικής εξέγερσης. Ασφαλώς στη µεγαλύτερη πλειοψηφία του αποτελούµενο από νεολαίους, αλλά και ένα πολύ µεγάλο τµήµα κόσµου σε ηλικίες από 30 έως 40 ετών (δίχως ωστόσο να λείπουν διόλου και οι µεγαλύτερες ακόµα ηλικίες), αυτό το πλήθος κόσµου κατέλαβε τα κέντρα των µεγάλων αλλά και µικρότερων πόλεων εκφράζοντας την οργή του για τη δολοφονία.
Πολύ περισσότερο όµως οι δρόµοι γέµισαν από ανθρώπους που σε µια πρωτόγνωρη και απίστευτη έκρηξη, εξέφρασαν και εκδήλωσαν τη διάθεση τους απέναντι σε όλα αυτά που τόσα χρόνια έχουν υποστεί στη δουλειά, στο σπίτι, στο σχολείο, στα µαγαζιά, παντού. Επρόκειτο για το τεράστιο αυτό αριθµό ανθρώπων που ονοµάστηκε χαρακτηριστικά από κάποιους, "ο κόσµος της εξέγερσης". Στη διάρκεια των πορειών και των συγκρούσεων όλοι οι πολιτικοποιηµένοι που βρέθηκαν στο δρόµο είδαν να ενώνονται µαζί τους πλήθη από εξεγερµένους κάθε είδους. Είδαν νέους και µη, µαθητές και φοιτητές, µετανάστες και ντόπιους, άνεργους και εργαζόµενους, πολιτικά συνειδητοποιηµένους και περιθωριακούς παρίες του συστήµατος, να σχηµατίζουν πορείες χιλιάδων που ήθελαν κάτι πολύ παραπάνω από το να διαδηλώνουν µια βουβή οργή. Ήθελαν να επιτεθούν. Αυτή η ώσµωση στο δρόµο, που έφερνε τη ρήξη µε τις επιµέρους προσωπικές ταυτότητες, δηµιούργησε το ορµητικό αυτό ρεύµα που επιδιδόµενο σε επιθέσεις, καταστροφές και λεηλασίες, πραγµατοποιούσε µια έµπρακτη κριτική στην κυριαρχία και το κράτος, στο εµπόρευµα και στην οικονοµία, στο θέαµα και στη διαµεσολάβηση. 
Απαραίτητη αναφορά πρέπει σε αυτό το σηµείο να γίνει και στο γεγονός πως σε αυτήν την έκρηξη του απογεύµατος της Δευτέρας, βρήκαν τη θέση τους και εκατοντάδες άλλοι από τους «κολασµένους» αυτής της γης, άνθρωποι που βρέθηκαν µετανάστες σε αυτόν εδώ τον τόπο. Το µεγαλύτερο κοµµάτι των µεταναστών αυτών ούτε συνδέεται µε έναν πολιτικό χώρο, οπότε δεν κουβαλάει στη στάση του µία ανάλογη σηµειολογία, ούτε ένιωσε την έκρηξη αυτή σαν κάτι που το προσδιόριζε. Απλά συµµετείχε σε αυτήν µε ό,τι αυτό συνεπάγεται. Είναι κοινή διαπίστωση πως για πρώτη φορά ντόπιοι και ξένοι βρέθηκαν µε τόσο µαζικό και βίαιο τρόπο µαζί στους δρόµους. Ασφαλώς αυτό δεν συνεπάγεται αυτοµάτως και ότι αίρονται όλοι οι διαχωρισµοί και διαφοροποιήσεις που υπάρχουν. Η κατάσταση ήταν ανεξέλεγκτη και σ' αυτήν χωρούσαν πολλά. Και είναι τιµή γι' αυτήν την εξέγερση που µέσα της περιέκλεισε ένα µεγάλο µέρος όλων αυτών των µεταναστών που βρίσκονται λιγότερο ή περισσότερο περιστασιακά σ' αυτόν εδώ τον τόπο.
Θα ήταν λάθος να πιστεύουµε πως όλη αυτή η έκρηξη οργής, όλη αυτή η εξεγερσιακή ατµόσφαιρα που γέµισε τις πόλεις της Ελλάδας αλλά το πάθος της µεταδόθηκε και σε όλον τον πλανήτη, θα οδηγούσε σε µία αξιοσηµείωτη ανατροπή της κατάστασης. Τα όρια αυτής της εκρηκτικής οργής δε θα µπορούσαν να πάνε πολύ µακρύτερα από εκεί που πήγαν. Ακόµα δε πιο αστήριχτη είναι η εµµονή σύσ­σωµης της αριστεράς, από τις µέρες της εξέγερσης µέχρι και σήµερα, να προσπαθεί να συρρικνώσει όλη αυτήν την οργή σε ένα-δύο ανεδαφικά αιτήµατα. Η εξέγερση του Δεκέµβρη κατάφερε, ειδικά στην Αθήνα, να παραλύσει την «κανονικότητα» στη δηµόσια ζωή, επέφερε µεγάλο οικονοµικό πλήγµα σε πολλές µεγάλες εταιρείες, τράπεζες και κυβερνητικά κτίρια, ωστόσο δεν κατάφερε να διεισδύσει και να παραλύσει τους χώρους εργασίας, χτυπώντας έτσι καίρια την καπιταλιστική οικονοµική ζωή. Τα συµµετέχοντα στην εξέγερση εργατικά υποκείµενα άνοιξαν, ιδιαίτερα µέσα από την κατάληψη του κτιρίου της ΓΣΕΕ στην Αθήνα, έναν σηµαντικό δρόµο για την ανάδειξη ενός αυτόνοµου συνδικαλισµού της άµεσης δράσης, δίχως ωστόσο να γίνει εφικτό το ξεπέρασµα της κυριαρχίας των καθεστωτικών-κοµµατικών συνδικαλιστικών µηχανισµών αλλά βέβαια και της όποιας φοβίας ή αδιαφορίας µεγάλου τµήµατος των εργαζοµένων.
Η στάση των κοµµάτων της αριστεράς
Το ΚΚΕ αποτέλεσε τον µόνο αντιδραστικό κοµµατικό-πολιτικό µηχανισµό που κατάφερε να κινητοποιηθεί κατά τη διάρκεια της εξέγερσης µη πετυχαίνοντας βέβαια εκείνη τη στιγµή όσα θα ήθελε να πετύχει. Από την πρώτη στιγµή το ΚΚΕ όχι µόνο πήρε αποστάσεις από τις επιθετικές ενέργειες και τις συγκεντρώσεις διαµαρτυρίας αλλά µάλιστα προσπάθησε και να τις ανακόψει βίαια. Η τακτική του υπήρξε η γνωστή αλλά σε ένα τόσο µεγάλο γεγονός σαν κι αυτό του Δεκέµβρη φάνηκε ακόµα περισσότερο η αντιδραστική, συνολικά αντιπροοδευτική και σταλινική και γραφειοκρατική του διάρθρωση και πολιτική. Πρόκειται για το τρίπτυχο των ξεχωριστών συγκεντρώσεων των δυνάµεων που ελέγχει, της καταδίκης των υπόλοιπων συγκεντρώσεων και, σε περίπτωση που αισθανθεί ότι εν δυνάµει απειλείται η εσωτερική του πειθαρχία, της επίθεσης σε πολιτικά κοµµάτια που βρίσκονται αριστερά του και κυρίως βέβαια στον χώρο των αναρχικών και την ευρύτερη αντιεξουσιάζουσα νεολαία.
Δεν είναι καθόλου τυχαίο που το ΚΚΕ, σε όλα τα πάνελ των τηλεοπτικών καναλιών και στις δηλώσεις πολιτικών κοµµατικών παραγόντων της άκρας δεξιάς, έπαιρνε διαρκώς τα εύσηµα από τους εκπροσώπους του ΛΑΟΣ και της αστυνοµίας για την «υπεύθυνη στάση» που κράτησε απέναντι σε αυτά τα «ακραία γεγονότα». Για άλλη µια φορά, τα «παιδιά» και τα «εγγόνια» κάποιων γερµανοτσολιάδων και κοµµουνιστοσυµµοριτών µπόρεσαν οµόψυχα να συνεννοηθούν για να καταπολεµήσουν τον κοινό τους εσωτερικό εχθρό: κάθε φορέα νέου και ανατρεπτικού στοιχείου που θα διαταράξει το πνεύµα «εθνικής συµφιλίωσης» που αποτυπώθηκε αρχικά µε τη Συµφωνία της Βάρκιζας και «ξαναδικαιώθηκε» µε την αποδοχή της αστικής νοµιµότητας από την πλευρά του ΚΚΕ το 1974.
Τη Δευτέρα 8 Δεκεµβρίου, για τη δολοφονία ενός δεκαπεντάχρονου παιδιού από έναν µπάτσο, έκανε τις δικές του ξεχωριστές πορείες. Παράλληλα, στον «Ριζοσπάστη», λίγες µέρες αργότερα, η λογοτεχνική δεινότητα των συντελεστών του έβγαζε κάτι παράπανω από «λάδι», αν δε δικαίωνε κιόλας, τον Κορκονέα σε ένα διήγηµα-σταθµό στην ιστορία της πολιτικής και ηθικής αλητείας.
Το ΚΚΕ δεν στράφηκε µόνο εναντίον των «λιγοστών κουκουλοφόρων» που έσπερναν την «τυφλή» βία σε όλη την Ελλάδα, αλλά και εναντίον όλων εκείνων που συνευρίσκονταν µε τις χιλιάδες των εξεγερµένων στον δρόµο, ακόµα κι αν θα ήθελαν πολύ να αποτρέψουν όλο αυτό το κύµα κοινωνικής αντι-βίας. Ασφαλώς, τα περισσότερα πυρά ως γνωστόν σηµάδευαν τον δεύτερο πυλώνα της κοινοβουλευτικής αριστεράς, τον ΣΥΡΙΖΑ.
Για άλλη µια φορά, το ΚΚΕ δε δίστασε να χρησιµοποιήσει αυτήν την αλήτικη θεωρία του περί «σκοτεινών κύκλων που βρίσκονται πίσω από τους κουκουλοφόρους», µία χαρακτηριστική τακτική κάθε σταλινικού καθεστώτος, µορφώµατος ή όντος. Αυτή η θεωρία των «σκοτεινών δυνάµεων µέσα και έξω από την Ελλάδα» (θες οι αµερικάνοι, θες οι εβραίοι, ένας θεός ξέρει!) κουµπώνει άψογα µε την αντίστοιχη συνωµοσιολογία της ακροδεξιάς, διαµορφώνοντας έτσι ένα προφίλ εσωτερικού εχθρού που πρέπει άµεσα να χτυπηθεί βίαια. Ας παραθέσουµε εδώ και απόσπασµα από σχετική ανακοίνωση της κεντρικής επιτροπής του ΚΚΕ:
«Η τυφλή βία των κουκουλοφόρων, της οποίας γινόµαστε µάρτυρες µέσω των τηλεοπτικών κυρίως καναλιών, γίνεται προσπάθεια να χρησιµοποιηθεί από το αστικό κράτος, την κυβέρνηση της ΝΔ, προκειµένου να ανακόψει το ογκούµενο κύµα δυσαρέσκειας και λαϊκής παρέµβασης που αναπτύσσεται. Η περιφρούρηση των αγώνων είναι υπόθεση του οργανωµένου λαϊκού κινήµατος και όχι της αστυνοµίας, των δυνάµεων καταστολής. Με τη συµβολή του ΚΚΕ και των ταξικών δυνάµεων οι αγώνες, το κίνηµα, µπορούν να αυτοπεριφρουρηθούν και να αντιµετωπίσουν τόσο το κράτος καταστολής όσο και τους κουκουλοφόρους, που αποτελούν σύµµαχο και δεξί χέρι όσων θέλουν ένα λαό παραιτηµένο, φοβισµένο. Ο πυρήνας τους έχει διαµορφωθεί στους κόλπους του κράτους, από θύλακες µέσα και έξω από την Ελλάδα και επί ΠΑΣΟΚ και επί ΝΔ, και όπως συµβαίνει πάντα σε αυτές τις περιπτώσεις, σε κάποια φάση είναι δυνατόν να ξεφύγουν και από τον έλεγχο των αρχικών εµπνευστών τους.»(Ριζοσπάστης, 10/12/2008).
Το ΚΚΕ δεν άργησε να χτυπήσει την εξέγερση και µάλιστα αυτό το χτύπηµα έγινε πριν από το αντίστοιχο των ακροδεξιών… Μόλις κατάλαβε ότι η οργή της µαθητιώσας νεολαίας είναι γενικευµένη, αυτοοργανωµένη, ανεξέλεγκτη και βίαιη, ξεκίνησε να µπαίνει σε λειτουργία ο κατασταλτικός µηχανισµός του κόµµατος: µε απόφαση της …κεντρικής επιτροπής, µέλη της ΠΚΣ πήγαν σε σχολές (όπως π.χ. στο Πάντειο αλλά και αλλού), προκειµένου να µην καταληφθούν και άλλες σχολές (πέρα από τις ήδη κατειληµµένες του Πολυτεχνείου, της ΑΣΟΕΕ και της Νοµικής στην Αθήνα) από εξεγερµένους ή και συνελεύσεις φοιτητών. Αυτή η αντιδραστική-κατασταλτική ενέργεια του ΚΚΕ δεν επέφερε αποτελέσµατα και αντιµετωπίστηκε ως έπρεπε, ωστόσο ήταν µία έµπρακτη δήλωση νοµιµοφροσύνης απέναντι στην κρατική τάξη και την αστική νοµιµότητα.
Δύο µέρες µετά την πρώτη αυτή προσπάθεια ανακοπής της εξέγερσης από το πλέον συνεργάσιµο κοµµάτι της αριστεράς, το ΚΚΕ, το κράτος και οι δεξιοί πολιτικοί µηχανισµοί ξεκίνησαν να θέτουν σε δράση οµάδες «αγανακτισµένων» καταστηµαταρχών, οι οποίες έδρασαν συνεπικουρώντας µε την αστυνοµία και µέλη της άκρας δεξιάς, στην Πάτρα και τη Λάρισα, ξυλοφορτώνοντας νεαρούς, εξεγερµένους, αθίγγανους και µετανάστες.
Ασφαλώς, µετά από αυτήν τη εξέγερση που ούτε καταστάλθηκε, ούτε βέβαια ανέτρεψε κάτι χειροπιαστό (πολλά βέβαια µη-χειροπιαστά), αλλά απλά αποσύρθηκε από την καθηµερινότητα της ελληνικής κοινωνίας αφήνοντας αξιοσηµείωτους θύλακες αγώνα, η µικροαστική αντίδραση και οι κατασταλτικοί κρατικοί µηχανισµοί άρχισαν σταδιακά να συνέρχονται από αυτή την άγρια κατραπακιά και να οργανώνουν την αντεπίθεση. Κύριος ρόλος ασφαλώς και πάλι είναι αυτός των ΜΜΕ, προκειµένου το λεγόµενο πολιτικό σκηνικό να βρει και πάλι τις γνώριµες και ασφαλείς για το καθεστώς ισορροπίες του. Τίποτα απ' όλα αυτά δε ζηµιώνουν το ΚΚΕ, απεναντίας ωστόσο και ο µικροαστισµός και η αντίδραση λειτουργούν «ευεργετικά» για τα εκλογικά του αποτελέσµατα. Αυτό δεν είναι απλή πολιτική άποψη, αλλά συνάγεται µέσα από την απλή κοινωνιολογική παρατήρηση το ότι σε πάρα πολλές παραδοσιακά αριστερές οικογένειες (δεξαµενές ψήφων για το ΚΚΕ) έχουν τα τελευταία χρόνια αυξηθεί τα µέλη τους που δουλεύουν σε όλα τα επιµέρους σώµατα της αστυνοµίας.
Σε αυτό το σηµείο, έρχονται τα δηµοσκοπικά συρρικνωµένα πλέον ποσοστά του ΣΥΡΙΖΑ. Ο ΣΥΡΙΖΑ επεδίωξε να επαναλάβει την πετυχηµένη πολιτική που άσκησε στη διάρκεια των φοιτητικών κινητοποιήσεων του 2007. Όντας το µόνο κοινοβουλευτικό κόµµα που τις στήριξε ανοιχτά, κατάφερε µε αυτήν τη στήριξη µία άνοδο της επιρροής του στα νεότερα εκλογικά κοµµάτια. Με τα γεγονότα όµως του Δεκέµβρη, απειλήθηκε σοβαρά η ίδια η υπόσταση του αστικού κράτους, όχι τόσο γιατί κινδύνευσε να καταρρεύσει όσο γιατί καταδείχθηκε πως µπορεί να καταρρεύσει. Αυτός ο συνολικά αντι-εξουσιαστικός (µε την πιο γενική πολιτική έννοια και όχι ενός συγκεκριµένου ιδεολογικού πλαισίου) χαρακτήρας της εξέγερσης ήταν πολύ βαρύς για να µπορέσει να τον σηκώσει στις πολιτικές του δηλώσεις ένα ρεφορµιστικά σοσιαλδηµοκρατικό-αριστερό κόµµα, όπως ο ΣΥΡΙΖΑ. Το αίτηµα του Αλαβάνου για ψήφο στα δεκαέξι βιάστηκε να µετατρέψει τους µαθητές που βρίσκονταν εξεγερµένοι στους δρόµους σε ψηφοφόρους στις κάλπες.
Θα ήταν άδικο να πει κανείς ότι όλη η στάση του ΣΥΡΙΖΑ ήταν αποτέλεσµα µίας εκλογικής επιδίωξης. Με την παρουσία τους, πολλά του µέλη συµµετείχαν σε πορείες, σε συγκεντρώσεις, σε συνελεύσεις, ασφαλώς επιθυµώντας ενδόµυχα όλη αυτή η κατάσταση να ήταν πιο ειρηνική και µε περισσότερα µέλη του ΣΥΡΙΖΑ στις πρωτοβουλίες που λαµβάνονταν. Άλλωστε, και ποιος δε θα το 'θελε αυτό… Αυτή όµως η αµφινταλάντευση του ΣΥΡΙΖΑ µεταξύ της αστικής νοµιµότητας, του καθεστωτικού µηχανισµού και της αριστεράς των υψηλών κοινωνικών στρωµάτων από τη µία πλευρά, και της κοινωνικής αµφισβήτησης, των κατειληµµένων δηµοτικών κτιρίων και των χώρων συνδικαλιστικών ελίτ (π.χ.ΓΣΕΕ) είναι επικίνδυνη και για τον ίδιον αλλά και για το σύνολο του προοδευτικού πολιτικού φάσµατος. Υπάρχει διάχυτη η αγωνία του ακροβάτη πάνω στο τεντωµένο σχοινί και όλα τα αισθήµατα διακατέχουν τους θεατές: άλλοι παρακαλούν να µην πέσει και καρδιοχτυπούν, άλλοι παρακαλούν να πέσει και γελούν χαιρέκακα…
Το σίγουρο είναι πάντως –και αυτό φαίνεται σε όλες τις κινήσεις του ΣΥΡΙΖΑ και ιδίως σε εκείνες της δηµοτικής παράταξης του Τσίπρα «Ανοιχτή Πόλη» στην Αθήνα– πως ο ΣΥΡΙΖΑ, παρόλο που προσπαθεί να συνδέσει τις σηµερινές αυτοοργανωµένες κινήσεις των πολιτών µε τις δικές του δηµοτικές παρατάξεις και να τις προσδέσει στο άρµα του, δεν το έχει καταφέρει για τον απλούστατο λόγο ότι κατά γενικό κανόνα αυτές αποτελούν ξένο σώµα. Αν λοιπόν για τους συντηρητικούς νεοφιλελεύθερους µηχανισµούς ο ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί, όσο δε συναινεί σε συνεργασία µε το ΠΑΣΟΚ, µία κάποια παραφωνία του αστικού κοινοβουλευτισµού, άλλο τόσο για τους αυτοοργανωµένους κοινωνικούς αγώνες και τις πολιτικές ιδέες της αυτοδιεύθυνσης συνεχίζει να αποτελεί συνήθως περισσότερο τροχοπέδη παρά συνεισφορά.
Μέσα στον Απρίλη, συγκροτήθηκε και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, µία προσπάθεια των πρώην µετωπικών σχηµάτων ΜΕΡΑ και ΕΝΑΝΤΙΑ να συγκροτήσουν έναν τρίτο –µε την ελπίδα επίσης κοινοβουλευτικό– πυλώνα της σύγχρονης ελληνικής αριστεράς. Με στόχο να αποκτήσουν κι αυτές ένα αξιόλογο τµήµα του εκλογικού σώµατος τουλάχιστον για τις επικείµενες ευρωεκλογές, διάφορες κοµµατικές αποχρώσεις από σταλινίζουσες έως και τροτσκιστικές, προσπαθούν να ισορροπήσουν µεταξύ τους για ένα άνευ ουσίας εκλογικό ποσοστιαίο αποτύπωµα.
Το σίγουρο είναι πάντως πως όλοι οι σχηµατισµοί της αριστεράς είναι πλέον υποχρεωµένοι να αποδεχτούν την ύπαρξη ενός ευρύτερου αντιεξουσιαστικού χώρου στα αριστερά τους. Το γεγονός αυτό γίνεται ασφαλώς πιο ανώδυνο για εκείνους από τη στιγµή που υπάρχουν οργανωτικές δοµές (π.χ. Αντιεξουσιαστική Κίνηση), οι οποίες ναι µεν χρησιµοποιούν µία ελευθεριακή ορολογία αλλά πρακτικά προσοµοιάζουν όλο και περισσότερο µε τις δυνάµεις αυτές της αριστεράς (δεν είναι τυχαία η συµπόρευσή τους σε όλη τη διάρκεια της εξέγερσης του Δεκέµβρη στην κατάληψη της Νοµικής και ασφαλώς όχι µόνο εκεί).
Οι ελευθεριακοί - αναρχικοί σχηµατισµοί δράσης δε συναντώνται πλέον µόνο στην ουρά των πορειών, όπως και µέχρι πριν από δέκα χρόνια, αλλά αναπτύσσουν µια αξιοσηµείωτη αυτοτελή δυναµική: καλούν σε ανοιχτές - λα'ίκές συνελευσεις, πρωτοστατούν στην οργάνωση αυτόνοµων εργατικών οµάδων και πρωτοβάθµιων σωµατείων, πραγµατοποιούν συγκεντρώσεις και εκδηλώσεις (µε ή χωρίς κάλεσµα) για ένα πολύ µεγάλο εύρος ζητηµάτων. Αυτός ο πολυδιάστατος και πολυδιάσπαρτος ελευθεριακός πειραµατισµός, µε τα θετικά αλλά και αρνητικά στοιχεία που φέρει, αποτελεί έναν πονοκέφαλο για κάθε πολιτικό οργανωτικό σχήµα, ρητά κοινοβουλευτικό ή υπόρρητα φιλοκοινοβουλευτικό, που επιθυµεί να διατείνεται ως ο βασικός οργανωµένος πολιτικός εκφραστής του.
Η συµβολή του αντιεξουσιαστικού-αναρχικού χώρου στην εξέγερση
Η «ενδογένεια» των αντιεξουσιαστικών-ελευθεριακών οπτικών και πρακτικών στην εξέγερση του Δεκέµβρη ήταν ένα χαρακτηριστικό διεθνώς εµφανές. Αυτό ασφαλώς δε δικαιώνει σε καµιά περίπτωση την «υποβάθµιση» των γεγονότων αυτών σε εκτεταµένες συγκρούσεις µεταξύ αναρχικών και αστυνοµίας, όπως βιάστηκαν να τις χαρακτηρίσουν –όχι µόνο ορισµένα ΜΜΕ αλλά και– αρκετές οµάδες στο εξωτερικό.
Από την αρχή των γεγονότων, στην ίδια την εξάπλωση της αντικρατικής-αντικαπιταλιστικής δράσης διαδραµάτισαν ιδιαίτερο ρόλο οι κάθε λογής υπάρχοντες αναρχικοί - αντιεξουσιαστικοί πυρήνες. Ας µην ξεχνάµε πως ο Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος υπήρξε ένα νεαρό παιδί που βρισκόταν συχνά-πυκνά µε την παρέα του σε σηµεία µε έντονη παρουσία της αντιεξουσιαστικής δράσης, όπως κατεξοχήν είναι και ο πεζόδροµος της Μεσολογγίου στα Εξάρχεια.
Ωστόσο, κατά τη διάρκεια όλων αυτών των γεγονότων, η κάθε συλλογικότητα έκανε αυτό που ήξερε και θεωρούσε πως έπρεπε να κάνει.
Στην Αθήνα, πολλές συλλογικότητες περιορίστηκαν στην πρακτική της κατάληψης πανεπιστηµιακών χώρων, προσπαθώντας µόνο σε λίγες περιπτώσεις να µεταφέρουν ή να ενισχύσουν τη φωνή και την παρουσία της εξέγερσης σε περιοχές από τις οποίες προέρχονταν οι ίδιες (αυτό ασφαλώς δε µειώνει σε καµία των περιπτώσεων τη συµβολή τους στη διαµόρφωση σηµαντικών σηµείων αναφοράς των ηµερών). Άλλες πάλι συλλογικότητες, αδυνατώντας να αφήσουν στην άκρη την απανταχού πολιτική «ακεραιότητα» των πράξεών τους, οδηγήθηκαν να βρίσκονται µακριά από τα κοµβικά γεγονότα αυτής της κλιµακούµενης κοινωνικής-ταξικής οργής. Ενώ κάποιες τάσεις δεν µπορούσαν παρά να συνεργαστούν και να γειτνιάσουν µε δυνάµεις της κοινοβουλευτικής αριστεράς, προσπαθώντας ανεπιτυχώς να διαµορφώσουν από τον ίδιο κατειληµµένο πανεπιστηµιακό χώρο τη βασική πηγή ανάδειξης µίας περιοριστικής πολιτικής (των αιτηµάτων) µέσα στην ίδια την εξέγερση, ασφαλώς συµβάλλοντας κι αυτές ενεργά ωστόσο στα γεγονότα του κέντρου της Αθήνας. Ένα άλλο κοµµάτι πυρήνων συντρόφων, που χρόνια κινούνται και στο επίπεδο της τοπικής ελευθεριακής δράσης, προσπάθησε να ανοίξει το εύρος της εξέγερσης και να συναντηθεί µε τα βασικά της κοινωνικά υποκείµενα (µαθητιώσα νεολαία-νέοι εργαζόµενοι) σε ένα τοπικό και ισότιµο επίπεδο (Άγιος Δηµήτριος, Χαλάνδρι, Βύρωνας, Ζωγράφου, Περιστέρι, κλπ). Αυτές οι προσπάθειες είτε τελεσφόρησαν ως έναν βαθµό µόνο είτε ουσιαστικά απέτυχαν, εξαρτώµενες σε µεγάλο βαθµό, από την προϋπάρχουσα κοινωνική βάση που είχε καταφέρει να αποκτήσει ο εκάστοτε πυρήνας στην «ακτίνα δράσης» του.
Η πρακτική αυτή στήριξης και ενίσχυσης τοπικών πλέον κινήσεων αντίστασης διευρύνθηκε, όπως έχουµε πει και σε άλλα σηµεία του κειµένου, και κατά το επόµενο χρονικό διάστηµα, δείχνοντας έτσι πως η συνεχής παρουσία σε µία αστική χωροταξική περιοχή έρχεται, σε περίπτωση που προκύψει ένα ζήτηµα αντίστασης, να συµβάλει σηµαντικά (όπως π.χ. στην περίπτωση του πάρκου Κύπρου και Πατησίων).
Προς την κατεύθυνση της αυτόνοµης εργατικής δράσης, µέσα στα γεγονότα του Δεκέµβρη, κινήθηκαν και όσοι-ες τα τελευταία χρόνια προσπαθούν στους εργασιακούς χώρους να διαµορφώσουν γόνιµες συνθήκες για έναν αντιγραφειοκρατικό-αυτόνοµο συνδικαλισµό, µε βασικό εγχείρηµα δράσης τη σηµαντική κατάληψη του κεντρικού κτιρίου της ΓΣΕΕ.
Στην υπόλοιπη Ελλάδα, η συµβολή των αναρχικών-ελευθεριακών συντρόφων υπήρξε επίσης σηµαντική, ωστόσο δεν κατάφερε, ίσως µε ορισµένες εξαιρέσεις κυρίως στη Θεσσαλονίκη, να λάβει έναν ευρύτερο χαρακτήρα αυτοοργανωµένης κοινωνικής δράσης. Από την άλλη πλευρά ωστόσο, ο ίδιος ο χαρακτήρας των τοπικών κοινωνιών, σε συνδυασµό µε τη διαµόρφωση των γεγονότων πρωτίστως από τους µαθητές στις περισσότερες περιπτώσεις, προσέδωσε έναν ιδιαίτερο ανοιχτό κοινωνικό χαρακτήρα. Στο πλαίσιο αυτό, οι όποιες πολιτικές δυνάµεις αναρχικής - ελευθεριακής κατεύθυνσης συνέβαλλαν µε την παρουσία τους στο δρόµο στη διάχυση της εξέγερσης.
Αδυναµίες και λάθη
Αυτή η εξέγερση µάς έδειξε πολλά. Ανάµεσα στα άλλα ανέδειξε πολλά προβλήµατα που αφορούν στην οργάνωση, στην προοπτική δράσης, στην επαφή µε τον πολύ κόσµο, κλπ. Σε αυτό το σηµείο πιστεύουµε πως θα ήταν πολύ µεγάλο λάθος να αποφύγουµε να αναγνωρίσουµε όλες αυτές τις αστοχίες ή ελλείψεις µας.
Ως Ευτοπία, από το πρώτο τεύχος δίνουµε µεγάλη βαρύτητα στο ζήτηµα της τοπικής αυτοοργάνωσης και των τοπικών λαϊκών συνελεύσεων. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην εξέγερση του Δεκέµβρη έγινε µια σηµαντική προσπάθεια, ίσως για πρώτη φορά στην Ελλάδα σε τέτοια κλίµακα, για την οργάνωση και τη λειτουργία τέτοιων µορφών οργάνωσης. Ωστόσο είναι χαρακτηριστικό ότι κατά βάση αυτά τα εγχειρήµατα απέτυχαν. Γιατί έγινε αυτό; Πιστεύουµε ότι το πρόβληµα εστιάζεται, πέρα από την έλλειψη µίας κοινωνικής παράδοσης, στην παιδεία του αντιεξουσιαστικού χώρου. Ήταν χαρακτηριστικό ότι σε κάποιες λαϊκές συνελεύσεις, στις οποίες οι αντιεξουσιαστές οργανωτές κατάφεραν να προσελκύσουν τους κατοίκους, απέτυχαν να πείσουν αυτόν τον κόσµο να µείνει κοντά τους. Πιστεύουµε ότι ο λόγος αυτής της αποτυχίας ήταν κατά κύριο λόγο δικός µας. Κι αυτό γιατί σε πολλές περιπτώσεις οι αντιεξουσιαστές δεν άκουγαν όλες αυτές τις διαφορετικές απόψεις, έχοντας ως αποκλειστικό στόχο να πείσουν και όχι να συζητήσουν και να συνδιαµορφώσουν µε ενδεχόµενο να πειστούν οι ίδιοι. Ως χαρακτηριστικό παράδειγµα θα αναφέρουµε το εξής: σε µια λαϊκή συνέλευση, κάτοικος διαφώνησε µε την πρόταση για πορεία συµπαράστασης προς τους συλληφθέντες του Δεκέµβρη µε την αιτιολογία ότι «για να τους συλλάβανε, κάτι θα έχουνε κάνει κι αυτοί». Η αντίδραση ήταν µία οµαδική φραστική επίθεση από τους αντιεξουσιαστές που υπερείχαν σε αριθµό και έτσι έγινε ξεκάθαρο ότι δεν υπάρχει λόγος να συζητούµε για τέτοιου τύπου αντιρρήσεις.
Πιστεύουµε ότι ο λόγος γι’ αυτήν την αποτυχία συνέχισης λειτουρ­γίας των λαϊκών συνελεύσεων έχει σχέση µε δύο παράγοντες: ο πρώτος είναι το γεγονός ότι πολλές φορές παρουσιάζουµε µια ιδεολογική αγκύλωση τόσο µεγάλη που δεν µπαίνουµε στον κόπο να συζητήσουµε µε ανθρώπους που έρχονται πρώτη φορά σε επαφή µαζί µας για πράγµατα που εµείς θεωρούµε αυτονόητα. Ο δεύτερος είναι η υπέρµετρη πίστη στην απανταχού χρηστότητα της αρχής της οµοφωνίας, που είναι σχεδόν αδύνατο να επιτευχθεί σε τέτοιου είδους εγχειρήµατα.
Αν όλοι αυτοί οι άνθρωποι που βγήκαν µε τον έναν ή µε τον άλλον τρόπο στους δρόµους ή στις πλατείες, τις µέρες εκείνες, είχαν ή έχουν χάσει οποιαδήποτε έννοια εµπιστοσύνης στο κράτος και τους κοµµατικούς µηχανισµούς, αυτό δε σηµαίνει πως είδαν κατά ανάγκη κάτι ελπιδοφόρο που να µπορεί άρδην να αλλάξει τα πράγµατα µέσα σε όλα αυτά τα γεγονότα. Η εξέγερση του Δεκέµβρη πρέπει να αποτελέσει ένα προοίµιο έντονης πρακτικής και θεωρητικής αναζήτησης πάνω στο ζήτηµα του πώς οργανωνόµαστε καλύτερα σαν αναρχικοί-ελευθεριακοί και πώς διαµορφώνουµε διαρκώς νέα και ουσιαστικότερα κοινωνικά µέτωπα αγώνα.
Νέες κατευθύνσεις αυτοοργάνωσης και δράσης
Μέσα στην εξέγερση του Δεκέµβρη, γεννήθηκαν νέες κατευθύνσεις αυτοοργάνωσης και δράσης. Η πιο ίσως σηµαντική και διευρυµένη είναι εκείνη της κατάληψης δηµοτικών κτιρίων (από δηµαρχεία µέχρι πολιτιστικά κέντρα και κτίρια αναψυχής) και το κάλεσµα για λαϊκές ή ανοιχτές τοπικές συνελεύσεις. Αυτή η πρακτική διεύρυνε την έννοια της κατάληψης και οικειοποίησης κτιρίων πολύ πιο πέρα από εκείνα των πανεπιστηµιακών χώρων. Έτσι, η έννοια της αυτοοργανωµένης κατάληψης κτιρίου απέκτησε νέα δυναµική, καθώς απεγκλωβίστηκε από το πανεπιστηµιακό άσυλο. Αυτό ασφαλώς δε σηµαίνει αδιαφορία για ο,τιδήποτε σχετικό συµβαίνει µε την έννοια του πανεπιστηµιακού ασύλου και τις καταλήψεις πανεπιστηµιακών χώρων, αλλά κυρίως έχει να κάνει µε το γεγονός ότι στο επίπεδο του δήµου, η άµεση και πρόσωπο µε πρόσωπο δράση καθιστά ιδιαίτερα δύσκολο για τους θεσµούς τοπικής αυτοδιοίκησης να ταυτιστούν µε τις κρατικές δυνάµεις καταστολής εναντίον πολιτών και ενίοτε δηµοτών τους. Επίσης, αν υπάρχει ένα αντιδραστικό επιχείρηµα που λέει ότι το πανεπιστήµιο ανήκει πρωτίστως στην πανεπιστηµιακή κοινότητα και στις λειτουργίες της, στην περίπτωση των δηµοτικών κτιρίων, θα ήταν αστείο να ισχυριστεί κάποιος ότι ανήκουν στην εκάστοτε δηµοτική αρχή περισσότερο απ’ ότι στους ίδιους τους πολίτες. Εκτός αυτού, η κατάληψη δηµοτικών κτιρίων για όσο διάστηµα ήταν θεµιτό ή εφικτό έδωσε περισσότερο τη δυνατότητα µιας ευελιξίας στις κινήσεις των αντιστεκόµενων και δεν τους καταδίκασε να «φυλάνε ντουβάρια» δίχως λόγο. Επιπλέον, οι καταλήψεις σε δηµοτικούς χώρους σε διάφορες συνοικίες της Αθήνας, της Θεσσαλονίκης, του Ηρακλείου, κ.λπ. έδωσαν την ευκαιρία της συναναστροφής στις γειτονιές µε κοινωνικά υποκείµενα διαφορετικά από εκείνα που προσεγγίζουν µε µία σχετική άνεση αντιεξουσιαστικές καταλήψεις σχολών. Αυτήν την ακρογωνιαία διεργασία που υποστηρίζουµε ως αναρχοκοµµουνιστές, δηλαδή την άρνηση του ρόλου του υπηκόου-ψηφοφόρου και την πραγµάτωση της ουσιαστικής έννοιας του (ανυπάκουου) πολίτη, τη βιώσαµε και τη βλέπουµε να προσπαθεί να σταθεί σε πολλά τέτοια εγχειρήµατα κυρίως από τις µέρες του Δεκέµβρη και µετά.
Όλο αυτό το «ντόµινο» καταλήψεων δηµοτικών κτιρίων και λαϊκών συνελεύσεων ξεκίνησε από το πρωί της 11ης Δεκέµβρη, µε την κατάληψη του δηµαρχείου Αγίου Δηµητρίου, στις νότιες συνοικίες της Αθήνας. Το απόγευµα της Τετάρτης (10 Δεκέµβρη), υπήρχε µία γενική αίσθηση ότι έπρεπε να βρεθούν τρόποι ώστε να δοθεί µία νέα ώθηση στην εξέγερση.Ήδη, στις πέντε µέρες που είχαν περάσει, η διάχυτη κοινωνική αντι-βία είχε σαν αποτέλεσµα το κέντρο της Αθήνας να προσοµοιάζει σε χώρο πολεµικών επιχειρήσεων, ενώ πολλές δεκάδες τράπεζες και καταστήµατα µεγάλων εταιρειών έγιναν παρανάλωµα του πυρός ή ισοπεδώθηκαν. Οι µαθητές δεν έλεγαν να γυρίσουν στα θρανία τους, αλλά οι εργαζόµενοι δεν έλεγαν να αφήσουν έστω και για µια µέρα τη δουλειά τους.
Η απεργία, που είχαν κηρύξει προ πολλού η ΓΣΕΕ και η ΑΔΕΔΥ µποϊκοταρίστηκε ξεκάθαρα από τις ίδιες, προκειµένου να υπάρχει η µικρότερη δυνατή συµµετοχή και ιδιαίτερα στην κεντρική συγκέντρωση, ώστε να µην αποτελέσει πεδίο για την απαρχή νέων συγκρούσεων µεταξύ εξεγερµένων και δυνάµεων καταστολής. Η αλήθεια ασφαλώς είναι πως η αιτία της απουσίας πιο (θεσµικά) συγκροτηµένων τµηµάτων των εργαζοµένων από την εξέγερση, έστω και µε τη µορφή µίας πετυχηµένης µαζικής κινητοποίησης ως διαµαρτυρίας για τη δολοφονία του δεκαπεντάχρονου, ήταν καθολική και ασφαλώς η ευθύνη δε βαραίνει αποκλειστικά και µόνο τα σαλόνια στου καθεστωτικού συνδικαλισµού. Οι προσπάθειες που έγιναν στις απαρχές της εξέγερσης µε πρωτοβουλία της κατάληψης Νοµικής για σύγκλιση εργαζοµένων και κατάθεση προτάσεων στα διοικητικά συµβούλια των σωµατείων δεν προχώρησαν, αφού αποτελούσαν µία έξωθεν της εξέγερσης υπόθεση και ένας από τα πάνω τρόπος προσέγγισης των εργαζόµενων. Ακόµα και άλλες συνδικαλιστικές κινήσεις µε αυτόνοµα ή ελευθεριακά χαρακτηριστικά δεν µπόρεσαν να έχουν µία αυτούσια δραστηριοποίηση, εκείνες τις µέρες, προκειµένου να συµβάλουν στην πρόκληση µίας οποιασδήποτε ρήξης στο εργασιακό πεδίο.
Έτσι λοιπόν η εξέγερση, διατηρώντας την επιθετικότητα των συµµέτοχων σ’ αυτήν όφειλε να συναντήσει νέα κοινωνικά υποκείµενα, προκειµένου να αλληλοτροφοδοτείται. Εκείνη τη στιγµή ήταν που οι θεσµικές δυνάµεις της αντίδρασης άρχισαν, πατώντας και στο κλίµα που επιχειρούσαν να διαµορφώσουν τα ΜΜΕ περί γενικευµένων τυφλών καταστροφών, την προσπάθεια της εκκαθάρισης των δρόµων των πόλεων από τους εξεγερµένους, όπως η Πάτρα και η Λάρισα. Ήταν λοιπόν η στιγµή που πέρα από την άµεση δράση γινόταν και πιο αναγκαία η απεύθυνση λόγου από τους εξεγερµένους.
Η πρόταση για την κατάληψη δηµοτικών κτιρίων αποτέλεσε µία πρακτική κατεύθυνση που έδινε τη δυνατότητα να εκφραστούν όλες οι παραπάνω αναγκαιότητες και να µην περιοριστούν οι οργανωµένες δυνάµεις της εξέγερσης στον χώρο του αθηναϊκού κέντρου, αφήνοντας στις συνοικίες τους µαθητές µόνους απέναντι στην ανακάµπτουσα µικροαστική αντίδραση.
Η αρχή έγινε µε την κατάληψη του Δηµαρχείου Αγίου Δηµητρίου, για την οποία ας µας επιτραπεί να κάνουµε καταχρηστικά µία πιο εκτενή αναφορά. Μία οµάδα περίπου 40 συντρόφων κατέλαβε, πριν να µπουν οι εργαζόµενοι, το πρωί της Πέµπτης 12 Δεκεµβρίου, το Δηµαρχείο του Αγίου Δηµητρίου. Λίγες ώρες µετά, στην ευρύτερη περιοχή, αυθόρµητες µαθητικές πορείες κατέληγαν µε επιθετική διάθεση στα αστυνοµικά τµήµατα της Ηλιούπολης και του Αγίου Δηµητρίου. Οι εξεγερµένοι βρίσκονταν παντού: στους δρόµους, στα σχολεία, στο δηµαρχείο… Η διασπορά της εξέγερσης ήταν τέτοια που οι δυνάµεις των τοπικών αστυνοµικών τµηµάτων ήταν αδύνατον να κυκλοφορήσουν µε συχνότητα µέσα στην πόλη. Στο κατειληµµένο και «απελευθερωµένο» (όπως υπέγραφαν οι σύντροφοι) δηµαρχείο, έρχονται πολλοί µαθητές σχηµατίζοντας έτσι µία αυθόρµητη µαθητική συγκέντρωση. Παράλληλα, µεταδίδεται σε όλον τον Άγιο Δηµήτριο (Μπραχάµι) το κάλεσµα για λαϊκή συνέλευση το ίδιο απόγευµα στο χώρο του Δηµαρχείου. Περίπου 300 άνθρωποι ανταποκρίνονται στο κάλεσµα, ακόµα και δηµοτικοί σύµβουλοι υποχρεώνονται, βλέποντας τη δυναµική της όλης κατάστασης, να την «χαιρετίσουν». Ο σύλλογος των υπαλλήλων του δήµου εκδίδει ανακοίνωση για τη δολοφονία του Αλέξη και παρευρίσκεται κοντά στους καταληψίες του Δηµαρχείου. Η ιδέα της πρακτικής να καταλαµβάνονται ουσιαστικά και όχι συµβολικά δηµοτικοί χώροι, προκειµένου να τους οικειοποιούµαστε, να τους αναδεικνύουµε σε τόπους αυτοοργάνωσης και άµεσης δηµοκρατίας, αφήνοντας µακριά τα κυρίαρχα θεσµικά όργανα, αρχίζει να µεταδίδεται σε όλη την Ελλάδα.
Στην κατάληψη του Αγίου Δηµητρίου, έγινε πράξη, στις έξι µέρες που διήρκησε, η αµεσοδηµοκρατική λαϊκή συνέλευση, όχι γενικά κι αόριστα κάποιων πολιτών, αλλά εκείνη των αγωνιζόµενων και όσων άλλων στέκονται δίπλα τους ή τουλάχιστον θέλουν να τους ακούσουν. Έγινε πράξη η ανοιχτή, δηµόσια υπεράσπιση της κοινωνικής-ταξικής αντιβίας, που ήταν το βασικό χαρακτηριστικό της εξέγερσης, όπως και κάθε τέτοιας εξέγερσης. Έγινε πράξη η συζήτηση µεταξύ εξεγερµένων πολιτών και εργαζοµένων δηµοτικών υπαλλήλων σχετικά µε το πώς θα µπορούσαν λειτουργήσουν κοινωνικές υπηρεσίες του δήµου δίχως την ανάµειξη της δηµοτικής αρχής. Ελήφθησαν αποφάσεις από τη λαϊκή συνέλευση που µιλούσαν για δωρεάν λαϊκές συγκοινωνίες και οδήγησαν σε έµπρακτο σαµποτάζ στα ακυρωτικά µηχανήµατα του µετρό. Εκτός αυτού, ο χώρος του κατειληµµένου δηµαρχείου Αγίου Δηµητρίου αποτέλεσε το σηµείο εκκίνησης για πορείες που έγιναν στην περιοχή εκείνες τις µέρες.
Το κύµα των καταλήψεων δηµοτικών χώρων ξεκίνησε να δηµιουργείται µε την κατάληψη δηµοτικών χώρων στη Νέα Σµύρνη, στο Χαλάνδρι, στη Νέα Φιλαδέλφεια, στον Βύρωνα και αργότερα στου Ζωγράφου, στο Περιστέρι, κ.α.. Αντίστοιχες καταλήψεις ξεκίνησαν παράλληλα και σε άλλες πόλεις, όπως στη Θεσσαλονίκη, µε την κατάληψη του δηµαρχείου Συκεών, καθώς και στο Ηράκλειο της Κρήτης (στην νοµαρχία, αρχικά από µέλη αριστερών φοιτητικών οργανώσεων και µετά από αρκετό άλλον κόσµο). Σε όλες αυτές τις καταλήψεις, αλλά και σε άλλες περιοχές (π.χ. στα Πετράλωνα στην Αθήνα και στην Άνω Πόλη στη Θεσσαλονίκη) υπήρξαν καλέσµατα και ξεκίνησαν να λειτουργούν ανοιχτές-λαϊκές συνελεύσεις, οι οποίες άρχισαν να διαµορφώνουν σε ένα πιο προσδιορισµένο χωροταξικά επίπεδο πιο σταθερές βάσης λαϊκής αυτοοργάνωσης, αµεσοδηµοκρατικής κουλτούρας διαδικασίας λήψης αποφάσεων του αδιαµεσολάβητου αγώνα. Αυτά τα στοιχεία ίσως σήµερα να φαντάζουν πλέον κοινότοπα και σχεδόν αυτονόητα σε πολλούς ανθρώπους, όµως µέχρι και πριν από δεκαπέντε χρόνια αντιµετωπίζονταν από όλο το φάσµα της αριστεράς και τον πολύ κόσµο µε δηκτικότητα και επιθετικότητα, και από την πλειονότητα του αναρχικού-αντιεξουσιαστικού χώρου πάλι µε δηκτικότητα ή απλή αδιαφορία.
Μετά το σαββατοκύριακο των 13 και 14 Δεκέµβρη, τα κοινωνικά υποκείµενα της εξέγερσης αρχίζουν να συρρικνώνονται. Το πιο ζωντανό σηµείο αυτοοργάνωσης της δράσης είναι αναµφισβήτητα στην Αθήνα η κατάληψη του πανεπιστηµιακού κτιρίου της ΑΣΟΕΕ, ενώ δραστηριοποίηση και πιο έντονες πολιτικές αναφορές αρχίζουν να εκφέρονται και από την κατάληψη του Πολυτεχνείου. Ανάµεσα σε αυτές τις δύο καταλήψεις, η κατάληψη του κεντρικού κτιρίου της ΓΣΕΕ, στη συµβολή της λεωφόρου Αλεξάνδρας µε την Πατησίων, θα δώσει µία νέα διάσταση στο κύµα της εξέγερσης. Στις πέντε µέρες που κράτησε η κατάληψη έγινε η προσπάθεια για δηµιουργία ενός απελευθερωµένου χώρου έκφρασης των εργαζοµένων, ενώ η συµµετοχή πολλών εκατοντάδων στις καθηµερινά καλούµενες εργατικές συνελεύσεις και εκδηλώσεις, πρόσθεσε στην εξέγερση έναν πιο ταξικά εντοπισµένο αντικαθεστωτικό-αντικαπιταλιστικό λόγο, καταδεικνύοντας επίσης και τον προλεταριακό χαρακτήρα της εξέγερσης, µέσα από την προώθηση των προταγµάτων της εργατικής αυτοργάνωσης και της αλληλεγγύης στους φυλακισµένους της εξέγερσης. Η κατάληψη του κεντρικού κτιρίου της ΓΣΕΕ άνοιξε µία ακόµα πρακτική κατάληψης και οικειοποίησης χώρων, όπως είναι τα εργατικά κέντρα. Ετσι, η κατάληψη εργατικών κέντρων στη Θεσσαλονίκη, στον Βόλο, στο Ηράκλειο, στα Γιάννενα και στη Σπάρτη αποτέλεσε µία πρακτική διαµόρφωσης αυτόνοµων σηµείων αγώνα, ιδιαίτερα πάνω στο ζήτηµα της αλληλεγγύης στην Κ.Κούνεβα.
Ανεξάρτητα λοιπόν µε τον αν υπάρχουν ή όχι πανεπιστηµιακά κτίρια ή άλλοι χώροι στις πόλεις και στις γειτονιές, οι αγωνιζόµενοι πλέον έχουν κατανοήσει ότι οι δηµοτικοί χώροι ή τα κτίρια των εργατικών κέντρων είναι σηµεία από τα οποία, µέσα από την επανοικειοποίηση και την αυτοοργάνωση, µπορούµε να προσεγγίσουµε ακόµα και την πραγµάτωση της κοινωνικής αυτοδιεύθυνσης, την προσέγγιση της Κοµµούνας των Κοµµούνων. Όσο µακριά κι αν είναι αυτές οι έννοιες, τα ψήγµατά τους γεννιούνται εδώ, σε αυτά που συµβαίνουν όλους αυτούς τους τελευταίους µήνες σε τόσες περιοχές της Αθήνας (και όχι µόνο).
Ξαναγυρίζοντας λίγο πιο πάνω, ας αναφέρουµε ότι το ζήτηµα της Κ.Κούνεβα, δηλαδή µίας νέας σκληρής δολοφονικής απόπειρας εναντίον µίας συνδικαλίστριας αυτή τη φορά, αποτέλεσε κεντρικό σηµείο διαµόρφωσης νέων κινήσεων αλληλεγγύης και δραστηριοποίησης των υπαρχουσών τοπικών λαϊκών συνελεύσεων. Η Κ.Κούνεβα εργαζόταν ως καθαρίστρια σε σταθµούς του ΗΣΑΠ, σαν υπάλληλος της εταιρείας ΟΙΚΟΜΕΤ. Η συνδικαλιστική της δράση σαν γραµµατέας της Παναττικής Ένωσης Καθαριστριών και Οικιακού Προσωπικού (ΠΕΚΟΠ) «ήταν που την έφερε –εν αγνοία της- αντιµέτωπη κυριολεκτικά µε το “βαθύ κράτος”: µε “υγιείς επιχειρηµατίες”, µε τους κρατικούς µηχανισµούς, µε τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία» (από ενηµερωτικό φυλλάδιο της συνέλευσης αλληλεγγύης στην Κωνσταντίνα Κούνεβα). Απέναντι στην άκρα σιωπή όλων των καθεστωτικών συνδικαλιστικών µηχανισµών, η συγκρότηση της συνέλευσης αλληλεγγύης στην Κωνσταντίνα Κούνεβα αποτέλεσε το στοιχείο εκείνο που ξεκίνησε έναν αγώνα έµπρακτης αλληλεγγύης και ανάδειξης του θέµατος. Πρώτη κίνηση ήταν η κατάληψη των κεντρικών γραφείων του ΗΣΑΠ, το πρωί του Σαββάτου 27 Δεκεµβρίου και ακολούθησαν πολλές άλλες παρεµβάσεις µε πορείες και µαζικά µοιράσµατα προκηρύξεων σε σταθµούς του ΗΣΑΠ και του ΜΕΤΡΟ. Παράλληλα µε τη δράση της συνέλευσης αλληλεγγύης, ξεκίνησαν πολλές άλλες πρωτοβουλίες έµπρακτης ταξικής αλληλεγγύης που απέφεραν µία σειρά ποικίλων κινήσεων και δράσεων, από το µπλοκάρισµα της έκδοσης και ακύρωσης εισιτηρίων σε σταθµούς του ΗΣΑΠ µέχρι επιθέσεις σε εταιρείες υπενοικίασης εργαζοµένων. Η συνέχεια του αγώνα διαµόρφωσε σε πανελλαδικό επίπεδο ένα νέο ρεύµα κοινωνικής-ταξικής αλληλεγγύης µε συµµετοχή συνελεύσεων αλληλεγγύης, τοπικών ανοιχτών-λαϊκών συνελεύσεων, πρωτοβάθµιων σωµατείων και άλλων κινήσεων αναρχικών οµάδων ή οργανώσεων και κοµµάτων της αριστεράς.
Μετά την εξέγερση: οι νέες κοινότητες αγώνα που προκύπτουν
Η Ευτοπία, από τις προ δεκαετίας απαρχές έκδοσής της, έχει ως ακρογωνιαίο λίθο στο περιεχόµενό της το ζήτηµα των µορφών ελευθεριακής οργάνωσης της κοινωνίας µέσα από τη δηµιουργία αντιεραρχικών σχέσεων ανοιχτών λαϊκών αµεσοδηµοκρατικών δοµών, όπως είναι οι λαϊκές τοπικές συνελεύσεις. Η ίδια η έκδοσή της εξ αρχής βασίστηκε στη θέση ότι η ελευθεριακή-αναρχική δράση οφείλει να προσπαθεί να προωθεί παράλληλα µε τον αντικρατικό-αντικαπιταλιστικό αγώνα και συγκεκριµένες µορφές άµεσης αυτοοργάνωσης-αυτοδιεύθυνσης, όπως αυτές σκιαγραφούν την αµεσότητα και πρακτικότητα του ελευθεριακού κοινοτισµού, ή το σκαρίφηµα ενός κοινωνικοαπελευθερωτικού προτάγµατος, όπως είναι ο ελευθεριακός κοµµουνισµός, µία µορφή γενικευµένης κοινωνικής αυτοδιεύθυνσης.
Στην εξεγερµένη ελληνική επικράτεια -και πολύ περισσότερο στη «µετεξεγερτική» πλέον φάση- αυτό που αναδείχθηκε, πέρα από τη διάχυτη βίαιη οργή, ήταν η εµφάνιση αυτής της παροδικής κοινότητας των εξεγερµένων στο κέντρο της Αθήνας, σε πολλές συνοικίες της, σε αρκετές άλλες πόλεις της Ελλάδας. Αυτή η παροδική κοινότητα έδωσε σταδιακά τη θέση της σε ορισµένες άλλες κοινότητες αγώνα, οι οποίες επικεντρώθηκαν στο ζήτηµα της αλληλεγγύης στους προφυλακισµένους της εξέγερσης καθώς και στην Κωνσταντίνα Κούνεβα. Ωστόσο σταδιακά οι νέες αυτές κοινότητες αγώνα (ανοιχτές ή λαϊκές συνελεύσεις, συνελεύσεις αλληλεγγύης, κλπ) άρχισαν να θέτουν µία ολόκληρη σειρά γενικότερων ή πιο «µερικών» ζητηµάτων. Μέσα σε αυτές τις νέες κοινότητες αγώνα, η αντίσταση στην κρατική καταστολή δεν είναι διαχωρισµένη από την αντίσταση στην εργοδοτική τροµοκρατία και η αντίσταση στην εργοδοτική τροµοκρατία δεν είναι διαχωρισµένη από ζητήµατα σχεδίων «ανάπτυξης» (π.χ. νέα πάρκιγκ ή αυτοκινητόδροµοι) µίας περιοχής ή ποιότητας ζωής. Με άλλα λόγια, δεν υπάρχουν διαχωρισµένα σχήµατα αντι-κατασταλτικά, εργατίστικα ή οικολογικά-τοπικά µε τρόπο που να µην µπορούν να συνδέσουν αυτά τα ζητήµατα σε ένα ενιαίο σύνολο δραστηριοποίησης. Ασφαλώς, οι νέες αυτές κοινότητες ταξικού-κοινωνικού αγώνα προέκυψαν έχοντας ως βασικό στοιχείο την έννοια της τοπικότητας και ίσως πιο γενικά την έννοια ενός συγκεκριµένου µητροπολιτικού εδάφους αναφοράς (αυτό ισχύει κυρίως για κινήσεις που έχουν αναδυθεί στο ευρύτερο κέντρο της Αθήνας). Αυτός ο πολύµορφος και διάσπαρτος πειραµατισµός είναι µια µορφή αυτής της λεγόµενης ευτοπικής ανασυγκρότησης, για την οποία µιλούσε η Ευτοπία, χρησιµοποιώντας τα λόγια του Λ.Μάµφορντ: «να δηµιουργούµε όργανα για την αλληλοβοήθεια και την πρωτοβουλία της γειτονιάς, να συναντιόµαστε αυτοπροσώπως για να επιβεβαιωνόµαστε και να κάνουµε ζωηρές συζητήσεις, να συµµετέχουµε στις κοινές γιορτές, όχι σαν µεγάλες ανώνυµες µάζες ανθρώπων, αλλά σαν ένας κύκλος γνώριµων προσώπων, όλες αυτές οι επιβιώσεις της ζωής του πρωτόγονου χωριού εξακολουθούν να είναι απαραίτητες» (Ευτοπία 12, Ιούνιος 2005, σ. 12). Αυτός ο πειραµατισµός, που συνεχώς διευρύνεται στον αθηναϊκό µητροπολιτικό ιστό είναι που δικαιώνει τα λόγια του Μάµφορντ, ότι δηλαδή «αν οι ευτοπίες µας αναβρύζουν από τις πραγµατικότητες του περιβάλλοντός µας, θα είναι αρκετά εύκολο να τους βάλουµε από κάτω θεµέλια». Δεν έχει σηµασία ασφαλώς να ονοµατίσουµε κάπως όλα αυτά τα πράγµατα προκειµένου να τους δώσουµε το περιεχόµενο που εµείς θα θέλαµε. Αντιθέτως, αυτό που έχει σηµασία είναι ότι όλες αυτές οι κινήσεις, όπως κι αν ονοµάζονται και όποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κι αν έχουν, χαρακτηρίζονται από τα ελευθεριακά χαρακτηριστικά της αυτοοργάνωσης και της άµεσης δηµοκρατίας.
Παρόλα αυτά, η έκφραση ενός πολιτικού λόγου και δράσης που να εντάσσουν τη σηµασία και έννοια τέτοιων κινήσεων σε µία συνολικότερη ελευθεριακή κατεύθυνση, αντιπαλεύοντας όχι µόνο στα επιµέρους κρίσιµα πεδία αλλά και στο «κεντρικό» πεδίο τις συγκεντρωτικές οργανωµένες αντιλήψεις και µηχανισµούς, είναι µία υπόθεση που δεν µπορεί να µείνει έξω από τη σφαίρα της δράσης για χάρη ενός αέναου και σκόρπιου ακτιβισµού. Αυτό ασφαλώς δεν µπορεί να είναι υπόθεση άλλης µιας πολιτικής οργάνωσης, η οποία να ευαγγελίζεται πως κατέχει την αλήθεια, αλλά υπόθεση µιας άλλης πολιτικής κοινότητας, που να αναδεικνύει µε τα λόγια και τα έργα των µελών της τη συγκεκριµένη κατεύθυνση στην όλη πορεία του κοινωνικοαπελευθερωτικού αγώνα.
Αυτή η προσέγγιση µε πιο ελευθεριακά χαρακτηριστικά που υπάρχει σήµερα, είναι σηµαντικό να τονωθεί, αποφεύγοντας τόσο τις παγίδες της αριστεράς όσο και εκείνες ενός µεταµοντέρνου πασιφιστικού εναλλακτισµού που θέτει τη µικροαλλαγή ως άπαν και όχι στο δρόµο της επαναστατικής ανατροπής. Γι' αυτό, χρειάζεται όλα αυτά που έχουν συµβεί και συµβαίνουν να ενισχύσουν και να διευρύνουν τον ελευθεριακό χαρακτήρα τους, ενώ παράλληλα να διατηρούν τον ανταγωνιστικό προς το κυρίαρχο χαρακτήρα τους.
Σήµερα, η διασπορά εγχειρηµάτων αυτοοργάνωσης και αντίστασης, ιδιαίτερα στην Αθήνα, είναι πολύ µεγάλη και σίγουρα πρωτόγνωρη µε αυτά τα αυτόνοµα-ελευθεριακά χαρακτηριστικά που εκφράζει.
Θα ήταν σκόπιµο να αναφέρουµε ορισµένα παραδείγµατα. Η πληθώρα ωστόσο των εγχειρηµάτων σίγουρα θα µας κάνει να παραλείψουµε κάποια όχι από πρόθεση αλλά από άγνοια.
Κατ' αρχήν, µέσα στα γεγονότα του Δεκέµβρη, προέκυψαν, όπως είπαµε, ανοιχτές-λαϊκές συνελεύσεις, οι οποίες συνεχίζουν να λειτουργούν και να δραστηριοποιούνται µέχρι σήµερα, τόσο στο ζήτηµα των φυλακισµένων και γενικότερα διωκόµενων του Δεκέµβρη, όσο και σε άλλα ζητήµατα, που διαρκώς διευρύνονται. Οι συνελεύσεις µάλιστα του Αγίου Δηµητρίου, του Χαλανδρίου, της Νέας Φιλαδέλφειας και του Περιστερίου προχώρησαν και σε µία µεταξύ τους δικτύωση και κοινή δραστηριοποίηση.
Σηµαντικά σηµεία αναφοράς ασφαλώς, µετά τα γεγονότα του Δεκέµβρη, αποτελούν οι δύο κινήσεις για την προάσπιση ελεύθερων χώρων και τη διαµόρφωσή τους σε ανοικτούς κοινωνικούς χώρους., δηλαδή το πάρκο των οδών Κύπρου και Πατησίων (Πατήσια) και ο χώρος του πρώην πάρκιγκ µεταξύ των οδών Ζ.Πηγής-Ναυαρίνου-Χ.Τρικούπη (Εξάρχεια). Στην πρώτη περίπτωση, η προσπάθεια του Δήµου Αθηναίων να µετατρέψει ένα εγκαταλειµµένο από αυτήν πάρκο σε πάρκιγκ αυτοκινήτων µε ταυτόχρονη κοπή δέντρων προκάλεσε µία ολοήµερη οδοµαχία επί της οδού Πατησίων, την παρουσία των κατοίκων για περιφρούρηση όλο το εικοσιτετράωρο για πολλές εβδοµάδες στο πάρκο, καθώς και τη διαµόρφωση µίας ανοιχτής συνέλευσης µε τη συµµετοχή πολλών ανθρώπων. Στη δεύτερη περίπτωση, µετά από κάλεσµα της Πρωτοβουλίας Επιτροπής Κατοίκων Εξαρχείων, εκατοντάδες πολίτες κατέλαβαν τον άδειο χώρο που µέχρι πρόσφατα ενοικιαζόταν ως πάρκινγκ, το οποίο ανήκει στο ΤΕΕ και προοριζόταν για το νέο του κτιριακό συγκρότηµα, και το µετέτρεψαν σε µία ζωντανή πλατεία φυτεύοντας δέντρα, τοποθετώντας παγκάκια, φτιάχνοντας παιδική χαρά και οργανώνοντας πολλές πολιτιστικές εκδηλώσεις.
Στη δεύτερη περίπτωση, µετά από κάλεσµα της Πρωτοβουλίας Επιτροπής Κατοίκων Εξαρχείων, εκατοντάδες πολίτες κατέλαβαν τον άδειο χώρο που µέχρι πρόσφατα ενοικιαζόταν ως πάρκινγκ, το οποίο ανήκει στο ΤΕΕ και προοριζόταν για το νέο του κτιριακό συγκρότηµα, και το µετέτρεψαν σε µία ζωντανή πλατεία φυτεύοντας δέντρα, τοποθετώντας παγκάκια, φτιάχνοντας παιδική χαρά και οργανώνοντας πολλές πολιτιστικές εκδηλώσεις Μετά την ένοπλη επίθεση κατά διµοιρίας των ΜΑΤ στο Υπουργείο Πολιτισµού από την οργάνωση Επαναστατικός Αγώνας, µε αποτέλεσµα τον βαρύ τραυµατισµό ενός αστυνοµικού, το κράτος και τα τηλεοπτικά µέσα επιχείρησαν να διαµορφώσουν ένα κλίµα συµψηφισµού της δολοφονίας του Αλ.Γρηγορόπουλου µε τον βαρύ τραυµατισµό εκείνου του αστυνοµικού, ενώ παράλληλα προσπάθησαν να επιβάλλουν στο κέντρο της Αθήνας και ιδιαίτερα στα Εξάρχεια την αστυνοµοκρατία. Έναν µήνα µετά τον θάνατο του Γρηγορόπουλου, το σηµείο που σκοτώθηκε είχε κατακλυστεί από διµοιρίες των ΜΑΤ. Μετά από κάλεσµα της συγκεκριµένης πρωτοβουλίας, έγινε συγκέντρωση πολλών εκατοντάδων ανθρώπων στο σηµείο αυτό και το κλίµα αστυνοµοκρατίας έσπασε πριν προλάβει να εδραιωθεί. Αυτή η κίνηση ήταν ιδιαίτερα σηµαντική, ώστε να µην επιτρέψει την άµεση αντεπίθεση του κράτους και των υπόλοιπων αντιδραστικών πολιτικών δυνάµεων εναντίον όσων σηµείων αναφοράς διαρκώς προέκυπταν µέσα από τα γεγονότα του Δεκέµβρη.
Ένα άλλο πολύ σηµαντικό σηµείο αναφοράς, που προέκυψε µέσα από την δραστηριοποίηση αναρχικών στο κέντρο της Αθήνας, υπήρξε η κατάληψη Πατησίων και Σκαραµαγκά από µεγάλο αριθµό συντρόφων. Η κατάληψη αυτή ήρθε ως απόρροια µίας σηµαντικής δυναµικής αγώνα που διαµορφώθηκε µέσα στις συνθήκες των βίαιων ηµερών του Δεκέµβρη κυρίως µέσα στην κατειληµένη ΑΣΟΕΕ και που συνέχισε να συνευρίσκεται και µετά από αυτές.
Εδώ και µικρό χρονικό διάστηµα, ένα άλλο νέο εγχείρηµα αποτελεί στη Δυτική Αθήνα (Πάρκο Α.Τρίτση) ο Αγρός-αυτοδιαχειριζόµενο κατειληµµένο έδαφος, το οποίο ουσιαστικά συνεχίζει µία "παράδοση" ανάλογης δραστηριοποίησης που προέκυψε τέσσερα χρόνια πριν από τον αυτοδιαχειριζόµενο αγρό Καµατερού.   
Στη Θεσσαλονίκη, όπως προαναφέρθηκε, η ανοιχτή συνέλευση Συκεών, καθώς και η Ανοιχτή Συνέλευση Αγώνα Άνω Πόλης συνεχίζονται ως σήµερα. Το κύµα δηµιουργίας συνελεύσεων γειτονιάς συνεχίστηκε µε τη σύσταση δύο ακόµα συνελεύσεων, αυτής των Δυτικών Συνοικιών και αυτής της περιοχής του Φαλήρου.
Έκανε επίσης την εµφάνιση της στην Αθήνα και µια ευρύτερη καλλιτεχνική κοινότητα, µε ελευθεριακά γνωρίσµατα στον τρόπο οργάνωσης και στον λόγο της, ως αποτέλεσµα της ανάγκης καλλιτεχνικής έκφρασης και σύνδεσης της µε τα δεδοµένα της εξέγερσης. Ήταν ο κόσµος των καλλιτεχνών που παρενέβη σε τηλεοπτικά µέσα, που διέκοπτε θεατρικές παραστάσεις και µιλούσε για την εξέγερση και τους συλληφθέντες, που έκανε την κατάληψη της Λυρικής Σκηνής τον Γενάρη. Για πρώτη φορά µετά από τα πολλά χρόνια στον ελλαδικό χώρο, εµφανίστηκε ένα κοµµάτι καλλιτεχνών που συµπορεύτηκε µε ένα ρεύµα εξεγερµένων, που βρέθηκε και αυτό, µε τις ιδιαιτερότητές του, στους δρόµους.
Κάποιες πάλι ανοιχτές-λαϊκές συνελεύσεις οδήγησαν σε καταλήψεις χώρων, όπως για παράδειγµα στα Πετράλωνα (στο εγκατελειµµένο κτίριο του ΠΙΚΠΑ), στη Νέα Φιλαδέλφεια (σε κτίριο απέναντι από το Δηµαρχείο) και στον Άγιο Δηµήτριο (κατάληψη χώρου στο κτίριο του πρώην Γ' Δηµοτικού σχολείου).
Το «ωστικό κύµα» της πρακτικής συγκρότησης ανοιχτών-λαϊκών συνελεύσεων προωθήκηκε δυναµικά εξαρχής και στις περιοχές του Βύρωνα, της Καισαριανής και του Ζωγράφου, ενώ έφτασε και µέχρι την Αγία Παρασκευή µε τη συµµετοχή αρκετού και πολιτικά ιδιαίτερα ετερόκλητου κόσµου και ζήτηµα αιχµής το κτήµα Σιστοβάρη. Το σύνθηµα «ο δήµαρχος δεν είναι αυτός που κυβερνά, λαϊκή συνέλευση σε κάθε γειτονιά» που φώναζαν σύντροφοι οι οποίοι συµµετείχαν στην εν λόγω συνέλευση είναι χαρακτηριστικό µίας ελευθεριακής-αναρχικής δράσης κατεύθυνσης που σηµειώθηκε αυτό το διάστηµα.
Είναι άνευ ουσίας να διαπιστώνει κάποιος ότι η εξέγερση ξεπερνάει τις όποιες οργανωµένες πολιτικές δυνάµεις. Όταν µία εξέγερση γεννιέται αυθόρµητα και βίαια, είναι δεδοµένο ότι δεν πρόκειται να περιορίζεται στα πλαίσια που η οποιαδήποτε οργανωµένη πολιτική δύναµη θα ήθελε. Η εξέγερση δεν µπορεί να έχει τα συγκεκριµένα αιτήµατα που µπορεί να έχει ένα συγκεκριµένο διεκδικητικό κίνηµα, όσο κι αν αυτό θα ήθελαν να ισχύει οι οργανώσεις της αριστεράς. Οι εξεγερµένοι δεν αποτελούσαν ένα κίνηµα µε συγκεκριµένα κοινωνικά, πολιτικά και οργανωτικά χαρακτηριστικά, όσο και αν έτσι θέλουν να το αντιµετωπίζουν διάφορες ανακοινώσεις και άρθρα οµαδοποιήσεων που βρίσκονται στα όρια µεταξύ αωτιεξουσίας και αριστεράς.
Εξαιτίας της «ενδογένειας» του λεγόµενου αναρχικού-ελευθεριακού χώρου τόσο µε το ίδιο το γεγονός της δολοφονίας του Αλ. Γρηγορόπουλου και του σηµείου που συνέβη, όσο και µε το γεγονός ότι οι πρακτικές και οι προς επίθεση στόχοι που βρέθηκαν στη δίνη της οργής των εξεγερµένων είχαν µία ξεκάθαρα αντικρατική-αντικαπιταλιστική αναφορά, τα γεγονότα του Δεκέµβρη στην Ελλάδα παρουσίασαν ιδιαίτερα πολιτικά γνωρίσµατα και δεν είχαν καµία σχέση µε µία τυφλή µητροπολιτική εξέγερση. Αυτό ενισχύεται και από το γεωγραφικό εύρος των γεγονότων, όπως ήδη βέβαια έχει πάλι αναφερθεί. Αυτά τα πολιτικά γνωρίσµατα ενισχύθηκαν ακόµα περισσότερο µέσα από το πέρασµα της εξέγερσης σε αυτονοµία, σε άµεση δηµοκρατία, σε αυτοδιαχείριση, στα απανταχού κατειληµµένα κτίρια και ιδιαίτερα στις συνελεύσεις σε τόσες περιοχές πρωτίστως της Αθήνας αλλά και της Θεσσαλονίκης.
Ασφαλώς, δεν έχουµε ούτε την επιλογή ούτε όµως και τη διάθεση να παραµείνουµε «ξεχασµένοι στην …εξέγερση». Οφείλουµε στις κοινότητες αγώνα που διαµορφώνουµε και συµµετέχουµε να θέτουµε το ελευθεριακό πρόταγµα στο σύνολο της κοινωνικής ζωής και όχι µόνο στα πλαίσια µίας τοπικής ανοιχτής συνέλευσης, προσδίδοντας έτσι απλά σε κοµµατικούς σχηµατισµούς της αριστεράς που εµπλέκονται σε ορισµένες περιπτώσεις µία δόση ανοικτότητας και δηµοκρατικότητας. Ξανανοίξαµε το µπουκαλάκι του αρώµατος της Κοµµούνας και σίγουρα αυτό το άρωµα δεν είναι ούτε για πέταµα ούτε για πασάλειµµα.
Σήµερα,
«θα πρέπει να απαιτήσουµε για µας και για όλους όσους το θέλουν, το δικαίωµα ελεύθερης προσέγγισης των αναγκαίων µέσων παραγωγής για τη συντήρηση µιας ανεξάρτητης ζωής. Να δίνετε συµβουλές, όταν έχουµε να κάνουµε προτάσεις. Να διδάσκετε, αν ξέρουµε περισσότερα απ' ό,τι οι άλλοι. Να δίνετε το παράδειγµα για µια ζωή βασισµένη στην ελεύθερη συµφωνία ανάµεσα στους ανθρώπους. Να υπερασπίζετε, ακόµα και µε τη βία, αν είναι απαραίτητο και δυνατό, την αυτονοµία µας ενάντια σε οποιαδήποτε κυβερνητική πρόκληση… αλλά ΠΟΤΕ µη διατάζετε, κυβερνάτε ή εξουσιάζετε! Μ' αυτόν τον τρόπο δε θα πραγµατοποιήσουµε την αναρχία, η οποία δεν µπορεί να επιβληθεί ενάντια στη θέληση των ανθρώπων, αλλά τουλάχιστον θα προετοιµάσουµε τον δρόµο γι' αυτήν»(Ερ.Μαλατέστα, Η αναρχική επανάσταση).»
η συντακτική οµάδα
Μερικές ενδεικτικές ηλεκτρονικές διευθύνσεις
(που αφορούν εγχειρήµατα µετά τον Δεκέµβρη)
ανοιχτή λαϊκή συνέλευση Αγίου Δηµητρίου
http://katadimadim.blogspot.com/
ανοιχτή συνέλευση κατοίκων Χαλανδρίου και γύρω περιοχών
http://dimarxeio-antipliroforisi.blogspot.com/
ανοιχτή συνέλευση κατοίκων Νέας Φιλαδέλφειας
http://katalipsinf.blogspot.com/
ανοιχτή συνέλευση Περιστερίου
http://anoixtisyneleysiperisteriou.blogspot.com/
ελεύθερος γαλαξίας (κατειληµµένος αυτοδιαχειριζόµενος χώρος
στην κεντρική πλατεία Νέας Σµύρνης)
http://eleftherosgalaxias.blogspot.com/
ανοιχτή συνέλευση κατοίκων Αγίας Παρασκευής
http://anoixtisyneleysiagparaskevis.blogspot.com/
ανοιχτή συνέλευση πάρκου Κύπρου και Πατησίων
http://kiproukaipatision.blogspot.com/
ελεύθερο-αυτοδιαχειριζόµενο πάρκο στη συµβολή
των οδών Ναυαρίνου και Χαριλάου Τρικούπη
http://parkingparko.blogspot.com/2009_03_01_archive.html
επιτροπή πρωτοβουλίας κατοίκων Εξαρχείων
http://exarchia.pblogs.gr/
αυτόνοµη συνέλευση Ζωγράφου
http://syneleysizografou.blogspot.com/
κατάληψη Πατησίων και Σκαραµαγκά
http://pat61.wordpress.com/
ανοιχτή συνέλευση Άνω Πόλης Θεσσαλονίκης
http://protovoulianopolis.blogspot.com/
ανοιχτή συνέλευση Συκεών Θεσσαλονίκης
http://sykies.wordpress.com/
ανοιχτή συνέλευση Δυτικών Συνοικιών Θεσσαλονίκης
dytikessynoikies.wordpress.com
ανοιχτή συνέλευση φοιτητών, µαθητών, εργαζόµενων
και ανέργων Μυτιλήνης
http://anixtilesvos2008.blogspot.com/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου